28 Φεβ 2011

"Η απαξίωση του Ανθρώπου"

Του Πρωτ. Γεωργίου Ατσαλάκη


Πολλές φορές έχομε μιλήσει για τον άνθρωπο. Τον άνθρωπο που πρέπει  να γράφεται με Α κεφαλαίο. Γιατί δεν υπάρχει μετά το Θεό, πιο κύριο όνομα. Δεν υπάρχει λέξη να εκφράζει πιο αυθεντικά το νόημα της ζωής.  Ο άνθρωπος είναι έμψυχη και ζωντανή εικόνα του Χριστού  κι  έχει  βαθειά και υπαρξιακή σχέση με το Αρχέτυπο του.
         
Σύμφωνα με την ορθόδοξη ανθρωπολογία, όποιος περιφρονεί τον άνθρωπο, περιφρονεί τον ίδιο το Θεό. Μ’ αυτή την έννοια, πολλοί ερημίτες άμα έβλεπαν ένα άνθρωπο, έκαναν μετάνοια και τον προσκυνούσαν, γιατί η προσκύνηση τους δεν ήταν μόνο ευλάβεια στο Θεό, αλλά   ένδειξη αγάπης, στο ωραιότερο πλάσμα του Θεού.
       
Η εποχή μας χαρακτηρίζεται ανθρωποκεντρική κι όμως δεν είναι. Ενώ όλα γίνονται για τον άνθρωπο, ο άνθρωπος στην καθημερινή του ζωή, απαξιώνεται σε φοβερό βαθμό. Και δεν εννοώ ασφαλώς τους «μεγάλους» και «σπουδαίους» ανθρώπους. Αυτούς τους υπολογίζουν όλοι. Όχι ασφαλώς από αγάπη, αλλά από φόβο.  Από συμφέρον, ή  από ανάγκη.
           
Εννοώ τους απλούς ανθρώπους, που είναι κυρίως τα θύματα της απαξίωσης και που δακρύζει κανείς να τους βλέπει με το πικρό παράπονο  και να μην ξέρουν σε ποιόν να μιλήσουν και σε ποιον να πουν τον πόνο τους.
           
Η απαξίωση του ανθρώπου, παίρνει σήμερα τρομακτικές διαστάσεις. 
Προσωπικά πιστεύω, ότι η μεγαλύτερη απαξίωση του ανθρώπου, γίνεται στην πιο κρίσιμη ώρα της ζωής του, στα Νοσοκομεία και ιδιαίτερα στα μεγάλα. Και πρέπει να ομολογήσομε με ειλικρίνεια, ότι το Νοσοκομείο της πόλης μας, έχει κατά κοινή ομολογία, ανθρώπινο πρόσωπο, όπως κι όλα τα νοσοκομεία του νομού μας.
       
Μια γυναίκα μου διηγείται: «Είχα τον άνδρα μου με καρκίνο, σ’ ένα θάλαμο ενός μεγάλου νοσοκομείου, με επτά  κρεβάτια. Είχα αγωνία. Έκλαιγα συνέχεια. Ρωτούσα να μάθω. Κανείς δεν μου ’δινε σημασία. Δεν έμαθα ποτέ ποιος ήταν ο υπεύθυνος γιατρός. Κανείς δεν μου απαντούσε. Ζητιάνευα ένα λόγο, μια λέξη ελπίδας ή ένα λόγο αλήθειας. Μια μέρα ο άνδρας μου, μου  είπε: «Πάρε με παιδί μου, να πάμε στο σπίτι μας, να πεθάνω εκεί ήσυχος, γιατί δεν αντέχω να βλέπω εδώ τόσο πόνο και τόση παγωνιά!»  Παραπονέθηκα στο Θεό: «Γιατί Θεέ μου;»
       
Και βέβαια, η θεραπεία γινότανε στον άνθρωπο. Η απαξίωση όμως  αυτής της γυναίκας ήταν, ότι δεν της έλεγε κανείς ένα υπεύθυνο λόγο, την ώρα του μεγάλου της πόνου.  Και οι περιπτώσεις αυτές, στους χώρους αυτούς, είναι πολλές.  
         
Την απαξίωση τη  συναντά κανείς στην καθημερινή  ζωή. Ζητάς μια πληροφορία από έναν άνθρωπο, που τον πληρώνει το κράτος -δηλ. η κοινωνία -γι’ αυτό το σκοπό. Αν δεν σε ειρωνευτεί, θα σου μιλήσει αδιάφορα και με λιγόλογα κι εσύ θα προσπαθήσεις να βγάλεις συμπέρασμα.
       
Αυτό δεν σημαίνει βέβαια, ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι που γίνονται θυσία για να εξυπηρετήσουν ένα συνάνθρωπο τους κι ούτε ότι δεν υπάρχουν γιατροί, σ’ όλα τα νοσοκομεία, που με φοβερή ευσυνειδησία και ανθρωπιά,  μιλούν στους αρρώστους και στους συγγενείς τους. Και ευτυχώς, «αυτοί»  είναι η πλειονότητα των ανθρώπων.  Όμως γιατί να υπάρχουν αυτοί «οι λίγοι;» Γιατί να τους συναντάς σε κάθε σου βήμα; Γιατί να βλέπεις σκυθρωπά τα πρόσωπα των ανθρώπων, που η κοινωνία τους έχει τάξει να μιλούν με υπευθυνότητα; Γιατί να υπάρχει τόση αλαζονεία σε μερικούς ανθρώπους;  Να μην  καταδέχονται να σε κοιτάξουν! Να σου απαντήσουν!
       
Κι όμως, ο Χριστός,  μάς μιλεί γι’ αυτούς τους «ελάχιστους» αδελφούς μας, που τους ταυτίζει με τον εαυτό του και μας δίνει το πρότυπο του ωραιότερου ανθρωπισμού.
       
Η ταπεινή μου γνώμη είναι, ότι είναι θέμα χαρακτήρα του ανθρώπου. Ένας καλός λόγος, ένα καλοσυνάτο πρόσωπο, είναι ανοιξιάτικη χαρά στη βιοπάλη της ζωής  και μια απότομη ή σκληρή συμπεριφορά, είναι έλλειψη πολιτισμού.
       
Πόσο ωραίος είναι ο άνθρωπος και πόση χαρά σου δίνει στην καλή του συμπεριφορά και  πόσο σε απογοητεύει, όταν σε περιφρονεί και σε απαξιώνει!
Είναι θέμα παιδείας; Πιο πολύ πιστεύω, ότι είναι θέμα ανατροφής.

25 Φεβ 2011

Τυπικό Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω

Δείτε και εκτυπώστε την Ακολουθία του Εσπερινού και του Όρθρου της Κυριακής της Απόκρεω
(πιέστε εδώ)

24 Φεβ 2011

"Απέναντι στους ανθρώπους αμαρτάνουμε"


Του Πρωτ. Γεωργίου Ατσαλάκη

Όλα τα σύγχρονα πολιτικά και κοινωνικά συστήματα, θέλουν να είναι και να λέγονται ανθρωποκεντρικά, να ισχυρίζονται ότι υπηρετούν το καλό και την αλήθεια του ανθρώπου. Πόσο αυτό είναι αληθινό, εξαρτάται  από πολλούς παράγοντες και ιδιαίτερα, από το σεβασμό στο πρόσωπο του ανθρώπου, στην αξιοπρέπεια και στην ελευθερία του.
         
Για την ορθόδοξη εκκλησία, που δίνει τη μεγαλύτερη αξία στον άνθρωπο -αφού για τον άνθρωπο έγινε άνθρωπος και σταυρώθηκε ο Χριστός –η ουσία των  σχέσεων και του ήθους των ανθρώπων, είναι η αγάπη και η ελευθερία, στις  οποίες εμπεριέχεται  η δικαιοσύνη και κάθε μορφή αυθεντικού ανθρωπισμού. Οι αρμονικές σχέσεις του ανθρώπου με τους συνανθρώπους του, τη φύση και το περιβάλλον του, φανερώνουν και σηματοδοτούν τον πολιτισμό του.
         
Εκείνο όμως που διαταράσσει τις ανθρώπινες σχέσεις, είναι το κακό, με τις διάφορες μορφές του. Το γνωρίζομε ως κακία, εγωισμό, αλαζονεία, μίσος, ασυδοσία, ασέβεια στο μυστήριο της ζωής, απαξίωση στο πρόσωπο του ανθρώπου, αδικία, εκμετάλλευση και με τόσα άλλα ονόματα «ων ουκ έστιν αριθμός».
         
Στη γλώσσα της εκκλησίας, το πολύμορφο και πολυπρόσωπο αυτό κακό, λέγεται αμαρτία και είναι κατά πρώτο και κύριο λόγο, ύβρις και ασέβεια απέναντι στο Θεό, τον Δημιουργό του κόσμου και χορηγό της ζωής. Αφού η ζωή πηγάζει από το Θεό, όποιος δεν αγαπά τη ζωή, από το φυτικό και ζωικό βασίλειο, μέχρι τον άνθρωπο, διαπράττει αμαρτία απέναντι στο Θεό, που στην πιο επιεική της έκφραση, σημαίνει περιφρόνηση  ή απόρριψη.
         
Αυτή η αμαρτία, που δεν μπορεί στο βάθος να φέρει αλλοιώσεις στο Θεό, καταλήγει πάντοτε στον άνθρωπο, με όλες τις συνέπειες. Ο Θεός, ως πατέρας ευσπλαχνικός, αγαπά τα παιδιά του, η αμαρτία όμως με τις πολύμορφες ενέργειες  της, βλάπτει τον άνθρωπο κι ολόκληρη τη κτίση.  Γι’ αυτό,  κάθε αμαρτία μας, γίνεται απέναντι στους ανθρώπους, κάνει κακό στους ανθρώπους και  δολοφονεί τις ανθρώπινες σχέσεις.
         
Δεν είναι υπερβολή να πούμε, ότι δεν υπάρχει αμαρτία που να μην επηρεάζει τους συνανθρώπους μας, όσο κι αν φαίνεται αυτό παράδοξο και υπερβολικό. Γι’ αυτό είναι θανάσιμο λάθος, να ειρωνευόμαστε τη λέξη «αμαρτία», ότι δεν μας αφορά, ότι είναι όρος καθαρά θρησκευτικός, που έχει σχέση με τους θρησκόληπτους και είναι υπόθεση αποκλειστικά  προσωπική κάποιων ανθρώπων με το Θεό τους. 
         
Κάθε αμαρτία, όσο κι αν φαίνεται ατομική, βλάπτει την κοινωνία και αμαυρώνει με τον πιο έντονο τρόπο, την αξία του ανθρώπου, τη ζωή του και τον πολιτισμό του. Αυτοί που ειρωνεύονται την αμαρτία και ντρέπονται να την πουν με το όνομα της, αυτοί διαπράττουν τα μεγαλύτερα εγκλήματα απέναντι στους συνανθρώπους τους. Είναι αυτοί που ζουν πέρα από τα ηθικά όρια,  πέρα από το καλό και το κακό, πέρα από την ιερότητα της ζωής.
         
Δεν δολοφονεί τη ζωή μόνο ο φονιάς, αλλά κι εκείνος που φέρνεται με σκληρότητα στους «μικρούς» ανθρώπους, σε κείνους που δεν έχουν τη δύναμη και το θάρρος, να υψώσουν το ανάστημα τους και τη φωνή τους, μπροστά σ’ αυτούς  που τους απαξιώνουν και τους ποδοπατούν.
         
Κάθε αδικία που διαπράττεται και κάθε εκμετάλλευση που θεωρείται «εξυπνάδα», είναι αμαρτία και βλάπτει τους ανθρώπους. Απέναντι  στους ανθρώπους αμαρτάνουμε, τους ανθρώπους βλάπτουμε και αδικούμε, άσχετα αν οι αμαρτίες φτάνουν ως φαρμακερά βέλη, στην καρδιά του Θεού. Δεν υπάρχει αμαρτία που να μην κάνει κακό στους ανθρώπους, έμμεσα ή άμεσα, στο παρόν ή στο μέλλον.
         
Η αλαζονεία  ταπεινώνει τους ανθρώπους. Η ωραιοπάθεια  φέρνει προκλήσεις στην καρδιά του ανθρώπου. Η αδικία  κάνει μάτια να κλαίνε.  Η εκμετάλλευση  καταδικάζει και  μαραίνει τη ζωή ανυπεράσπιστων ανθρώπων.  Η περιφρόνηση  ματώνει καρδιές. Η πορνεία  διαλύει οικογένειες. Ο  χωρισμός κάνει μικρά παιδιά να πονούν  πάνω από τις δυνάμεις  τους.  Η επίδειξη του πλούτου μπροστά στη φτώχεια,  τραυματίζει  ψυχές ανεπανόρθωτα. Η επίδειξη της άδικης δόξας,  πληγώνει πολλούς τίμιους ανθρώπους. Κάθε αμαρτία, σαν μολυσματική αρρώστια, μεταδίδεται στη ζωή και το περιβάλλον του ανθρώπου, με ταχύτητα χιονοστιβάδας.
         
Απέναντι στους ανθρώπους λοιπόν  αμαρτάνουμε, όλοι οι άνθρωποι. Μ’ αυτή την έννοια, ερμηνεύεται η άποψη του Ντοστογέφσκυ, ότι «όλοι φταίμε για όλους και για όλα». Αλλά και μ’ αυτή την έννοια,  το καλό και η αγάπη παίρνει καθολικές διαστάσεις, ωφελεί όλους τους ανθρώπους και μας κάνει όλους,  ένα μικρό κεράκι στο καλό,  για όλους και για όλα.
         
Αντί λοιπόν να ειρωνευόμαστε την αμαρτία,  ότι αφορά μόνο τους θρησκευόμενους και τους θρησκόληπτους, είναι αδήριτος ανάγκη να πιστεύουμε, ότι, όσο είναι αναμφισβήτητη βεβαιότητα η ύπαρξη μας, είναι αναμφισβήτητη και η πραγματικότητα της αμαρτίας και ότι, όπου κι αν ανήκουμε ιδεολογικά, ως  άνθρωποι επηρεάζουμε και επηρεαζόμαστε από την αμαρτία.

21 Φεβ 2011

"Αμαρτία και Ελευθερία"


Του Πρωτ. Γεωργίου Ατσαλάκη
Γεν. Αρχιερ. Επιτρόπου Ι. Μ. Πέτρας & Χερρονήσου


«Το αντίθετο της αμαρτίας δεν είναι η αρετή, αλλά η ελευθερία», θα μας πει ο Δανός υπαρξιστής φιλόσοφος  Κίρκεγκαρντ. Η  αντίληψη ότι ο άνθρωπος  μέσα στην αμαρτία χάνει την ελευθερία του, υπερτονίζεται  σ’ όλα τα έργα του Ντοστογέφσκυ, ιδιαίτερα στο «Έγκλημα και τιμωρία»,  στον «Ηλίθιο», στον «Παίκτη» και στον «Έφηβο, όπως και στο «Άννα Καρένινα» του Τολστόι. Και δεν είναι μόνο η ηθική ελευθερία που χάνεται, αλλά κυρίως η ψυχική και πνευματική ελευθερία.
       
Για την ορθόδοξη Εκκλησία, το αντίθετο της αμαρτίας είναι η πίστη, η αγάπη,  η αγιότητα και η θέωση, «το φως του Χριστού», που αποκαλύπτει και φανερώνει τις  κηλίδες της αμαρτίας, που στις περισσότερες περιπτώσεις «φαίνονται» «φυσιολογικές».   Ότι όμως η αμαρτία, από τις μικρότερες  μορφές της μέχρι τις μεγαλύτερες, είναι απώλεια της ανθρώπινης ελευθερίας, είναι μια πραγματικότητα.
       
Η έννοια της αμαρτίας έχει σήμερα τελείως σμικρυνθεί, σε τέτοιο βαθμό που να προκαλεί την ειρωνεία  και την απαξίωση του ανθρώπου. Κι όμως η αμαρτία είναι το κακό σ’ όλες τις διαστάσεις και τις μορφές του, που το ονοματίζει ο άνθρωπος ανάλογα με τα πιστεύω  και το συμφέρον του.
       
Η αμαρτία είναι η πραγμάτωση του κακού μέσα στη ζωή του κόσμου, με πρωταγωνιστή πάντα τον άνθρωπο και θύμα τους συνανθρώπους του και το περιβάλλον του. Η άρνηση του ανθρώπου να παραδεχτεί το κακό ως αμαρτία, οφείλεται στην επιθυμία του, να δει το κακό  αυτόνομα κι όχι   σε σχέση με την  ύπαρξη του Θεού. Κάθε αμαρτία όμως και κάθε κακό, προσβάλλει πρώτα το Θεό κι ύστερα τον άνθρωπο.
       
Το χειρότερο στην περίπτωση του κακού, είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις  εμφανίζεται   με τη μορφή του καλού, με μια εξωτερική ομορφιά, σαν ένα ωραίο άνθος που κρύβει μέσα του ένα φίδι, σαν ένας όμορφος  καρπός,  που μέσα του έχει δηλητήριο. Το να μη θέλεις όμως να δεις κάποιες μορφές του κακού στον εαυτό σου και δίπλα σου, είναι στρουθοκαμηλισμός και αλλοίωση της πραγματικότητας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Δεν μπορούμε να παρουσιάζομε το άσπρο μαύρο και να βλέπομε τα πράγματα με χρωματιστά γυαλιά.
       
Κατά την ταπεινή μου γνώμη, η πηγή απ’ όπου πηγάζουν οι περισσότερες κακίες και τα πιο καταστροφικά πάθη, είναι η υπερηφάνεια. Αυτή  γεννά την αλαζονική συμπεριφορά, την κενοδοξία, τον εγωισμό, που διαλύουν την ομαλή ζωή μιας κοινωνίας και κάνουν κακό στους ανθρώπους.  Ο εγωιστής άνθρωπος είναι ο πιο επικίνδυνος  κι ας νομίζει ότι, «είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει». Κι είναι περιττό  να πούμε, ότι αυτό δεν είναι ελευθερία, αν λάβομε υπ’ όψη μας ότι, αληθινή ελευθερία είναι, αυτή που «αρχίζει» από κει που τελειώνει η ελευθερία του άλλου, ή πιο σωστά, αυτή που «συνυπάρχει» με την ελευθερία του άλλου.
       
Ένας φιλήδονος άνθρωπος π.χ. χάνει την ελευθερία του. Δεν  σέβεται την ελευθερία του άλλου, δεν τον αντιμετωπίζει ως πρόσωπο με αξιοπρέπεια. Ένας φιλάργυρός χάνει την ελευθερία του. Λατρεύει τα χρήματα, θυσιάζει για χάρη τους κάθε έννοια ανθρωπισμού και είναι έτοιμος να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο για να τα αποκτήσει και πέραν αυτού, νεκρώνει μέσα του κάθε έννοια φιλαλληλίας.
       
Μια μορφή ύπουλης αμαρτίας, είναι η ζήλεια και το μίσος. Είναι η σταγόνα το δηλητήριο που μηδενίζει όλο το καλό που κάνεις σ’ έναν άνθρωπο. Και φυσικά ο μόνος άνθρωπος που δεν μπορεί να ξεγελάσει του άλλους ότι είναι ελεύθερος, είναι αυτός που έχει μίσος στην ψυχή του. Αυτό το πάθος τροφοδοτεί τις σκέψεις και τις ενέργειες του και είναι «δίκαιο πάθος», όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος,  γιατί ως μίσος, κάνει  κακό  στους άλλους,  αλλά ως φθόνος, τιμωρεί  αυτόν που το έχει.
       
Μια άλλη μορφή αμαρτίας που παίρνει χαοτικές διαστάσεις είναι η αδικία και η εκμετάλλευση. Σ’ αυτή την περίπτωση νεκρώνεται η αγάπη και γίνεται η ευλάβεια στο Θεό υποκρισία.  Αφαιρεί την ελευθερία  και δημιουργεί πολλές μορφές δουλείας,  όπως  η φτώχεια και η ψυχική εξάρτηση.   
       
Η χειρότερη βέβαια περίπτωση που ο άνθρωπος χάνει την ελευθερία του, είναι ο φόνος. Ο δολοφόνος σκοτώνει έναν άνθρωπο και δολοφονεί ψυχικά τον εαυτό του. Αυτή είναι η μεγαλύτερη ύβρις απέναντι στο Θεό, που χορηγεί τη ζωή.  
       
Κάθε μορφή αμαρτίας, από τον απλό λογισμό, τα ψυχοφθόρα πνευματικά και σωματικά πάθη,  μέχρι τις πιο απάνθρωπες συμπεριφορές, είναι καταστάσεις που ο άνθρωπος χάνει το πιο πολύτιμο αγαθό του, την ελευθερία, που μαζί με το λογικό και την αγαπητική δύναμη, είναι  τα μεγαλύτερα χαρίσματα που τον κάνουν, από «κατ’ εικόνα Θεού» δημιούργημα, ζωντανή εικόνα του Θεού.  

18 Φεβ 2011

"Τι σημαίνει να αγαπάς την Εκκλησία"

Του Πρωτ. Γεωργίου Ατσαλάκη


Πάντα με συγκλόνιζαν και πάντα θα με συγκινούν τα λόγια του Αγίου Νεκταρίου: «Αγαπώ τον Ιησού Χριστό, το Θεό μου. Αγαπώ την Υπεραγία Θεοτόκο, την Παναγία μου. Αγαπώ την Αγία μου Εκκλησία». Μπροστά στον Εσταυρωμένο γονάτιζε ο άγιος Νεκτάριος και προσευχόταν με δάκρυα, στις ώρες τις πολυκύμαντης ζωής του. Μπροστά σε μια εικόνα της Παναγίας, προσευχόταν ατέλειωτες ώρες, όταν τα βέλη του πόνου, από τη ζήλεια και την κακία ορισμένων ανθρώπων, διαπερνούσαν την καρδιά του. Την ώρα της Θείας Λειτουργίας, στο εκκλησάκι της Αγίας Τριάδος στην Αίγινα, ήταν πάντα δακρυσμένος, από χαρά και αγαλλίαση, για την Αγία του Εκκλησία. Για την εκκλησία που του χάριζε την πίστη και την αγάπη, την υπομονή και την ανεξικακία, τη Θεία Λειτουργία και τη Θεία Κοινωνία.
       
Μόνο όποιος μπορεί να καταλάβει, το θεολογικό ύμνο που έχει γράψει στην Παναγία και έχουν μελοποιήσει αγιορείτες μοναχοί, «Αγνή Παρθένε άχραντε», καταλαβαίνει τι φλόγα πίστεως και αγάπης πυρπολούσε την καρδιά του. Θα μπορούσαμε λοιπόν σαν μια πρώτη απάντηση, που αφορά όλους τους χριστιανούς, να πούμε, ότι να αγαπάς την εκκλησία, σημαίνει να αγαπάς την Παναγία.
       
Όταν ένας ιερέας θέλει να λειτουργήσει, παίρνει όπως λέμε «καιρό». Προσεύχεται δηλ. μπροστά στην ωραία πύλη, να του δώσει δύναμη ο Θεός, να τελέσει τη Θεία Λειτουργία.  Την ώρα που προσκυνά την εικόνα της Παναγίας, λέει ένα τροπάριο, που πάντα με συγκινεί: «ρυσθείημεν δια σου των περιστάσεων», δηλ. «με τη χάρη σου Παναγία μου, θα ελευθερωθούμε από τις περιστάσεις, που μας πολιορκούν». Και οι περιστάσεις αυτές είναι πολλές για ένα ιερέα. Αγάπη λοιπόν στην Παναγία, αλλά και σε όλους τους Αγίους της εκκλησίας μας, είναι το πρώτο σημείο, ότι αγαπάς την Εκκλησία, την ορθόδοξη Εκκλησία, την μία Εκκλησία του Χριστού.
       
Πιο πρώτα όμως από την αγάπη της Παναγίας, ο κάθε χριστιανός οφείλει να αγαπά το Χριστό. Ο Χριστός είναι το Α και το Ω της πίστεως μας, της ζωής μας. Είναι ο βαθύς, ο ακατανίκητος έρωτας της καρδιάς μας, που νικά όλους τους άλλους έρωτες, όλες τις αγάπες του κόσμου. Το έτος 1954 κυκλοφόρησε,  από τον τότε Αρχιμανδρίτη και μετέπειτα Επίσκοπο Κισσάμου Ειρηναίο,  ένα βιβλίο με τίτλο:  «Πορείες και αλήθειες για τον Αγαπημένο μου Χριστό». Διαβάζοντάς το καταλαβαίνεις, τι σημαίνει να αγαπάς το Χριστό. Ένας κληρικός της σχολαστικής θεολογίας, τον ειρωνεύτηκε. «Σαν να είναι» είπε, «ερωτευμένος με το Χριστό!» Αν είχε διαβάσει έστω και μια σελίδα του Συμεών του Νέου Θεολόγου, από το κεφάλαιο: «Ερώτων θείων υμνωδίες», θα είχε υποψιασθεί, τι σημαίνει να αγαπάς το Χριστό.
       
Όποιος λοιπόν αγαπά το Χριστό, αγαπά τον τριαδικό Θεό,  αγαπά τους αγγέλους του Θεού, αγαπά το ευαγγέλιο και ολόκληρη τη διδασκαλία της εκκλησίας, αγαπά όλα τα μέλη της εκκλησίας και τους κληρικούς της, όσο κι αν είναι ανάξιοι, όσο κι αν προκαλούν σκάνδαλα στην εκκλησία, όσο κι αν την πληγώνουν.
       
Να αγαπάς λοιπόν την εκκλησία, σημαίνει, να ζεις όπως θέλει η εκκλησία, να κάνεις υπακοή στην εκκλησία, αφού αυτή η υπακοή, είναι στο βάθος ελευθερία, γιατί  σε ελευθερώνει από τα πάθη  και κυρίως από τον εγωισμό και την κενοδοξία και σε συνδέει με δεσμούς αγάπης με τους συνανθρώπους σου και το Θεό. Να αγαπάς την εκκλησία σημαίνει, να θεραπεύει το νου σου από την αλαζονεία και την καρδιά σου από την εμπάθεια, ένα Πνευματικός, που «εις τύπον Χριστού», θα σε αγαπά και θα σε οδηγεί στην αγκαλιά του Θεού.
       
Δεν θα ξεχάσω τη σπαρακτική φωνή του αγωνιστή ιεράρχη Αυγουστίνου Καντιώτη, που πέθανε, σε βαθειά γεράματα, αυτό τον καιρό. Έλεγε σε μια γυναίκα, που του ζητούσε να κάνει έκτρωση: «Χωρίς άνδρα, μπορείς να ζήσεις. Χωρίς Θεό, μπορείς να ζήσεις;» Ο Θεός είναι ο αέρας που αναπνέομε. Είναι ο ήλιος που μας θερμαίνει.  Γι’ αυτό θρηνεί ο Νίτσε,  όταν κηρύσσει με υπερηφάνεια, αλλά και τραγικότητα, το θάνατο του Θεού:  «Τι θα γίνει τώρα η γη, χωρίς τον ήλιο που τη θέρμαινε. Θα παγώσει. Κι ο άνθρωπος θα ζήσει σ’ αυτή την παγωνιά!»  Ενώ χαιρόταν για το θάνατο του Θεού, γινόταν προφήτης, της πιο τραγικής κατάστασης του ανθρώπου.
       
Εξομολογούμαι ενώπιον του Θεού, ότι βρέθηκα κάποτε, από δαιμονική συνεργία, σε μια ώρα μεγάλης απελπισίας, απ’ αυτές που είναι πολύ επικίνδυνες και οι άνθρωποι δεν πρέπει να μένουν μόνοι,  αλλά να τρέχουν να ζητούν βοήθεια. Έλεγα λοιπόν στον εαυτό μου: «Μπορώ να ζήσω χωρίς τα αγαπημένα μου πρόσωπα; Χωρίς τη Μάνα μου και την οικογένεια μου;» Η απάντηση ήταν δύσκολη, αλλά ήταν: Ναι. Μετά είπα: «Μπορώ να ζήσω χωρίς το Θεό, χωρίς την εκκλησία;» Θόλωσε το μυαλό μου και πάγωσε η καρδιά μου σ’ αυτή την εκδοχή. Ένιωσα σαν το έμβρυο, που όταν το βγάλεις από τη μήτρα, είναι καταδικασμένο να πεθάνει. Η  απάντηση ήταν: Όχι. Μαζί με το όχι, πέρασε και η φοβερή ώρα του πειρασμού.   

16 Φεβ 2011

Nτοστογιέφσκυ ο Πανάνθρωπος

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Ατσαλάκη
Γεν. Αρχιερατικού Επιτρόπου Ι. Μ. Πέτρας & Χερρονήσου
Προϊσταμένου του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου πόλεως Αγ. Νικολάου

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι.
Πορτραίτο από τον Βασίλι Περόφ, 1872
        
Στις 28 Ιανουαρίου του έτους 1881 πέθανε ο μεγάλος ρώσος συγγραφέας Φιοντόρ Ντοστογέφσκυ. Η ονομασία πανάνθρωπος ανήκει στο  Σέρβο Ιερομόναχο Ιουστίνο Ποποβιτς, Καθηγητή Πανεπιστημίου και μέγιστο ορθόδοξο  θεολόγο της Σερβικής εκκλησίας. Αποσπάσματα από ένα άρθρο του, που περιέχεται στο βιβλίο «Σπουδή στο Ντοστογέφσκυ», θα δούμε στη συνέχεια, ως το ωραιότερο φιλολογικό μνημόσυνο που μπορούμε να κάνουμε στη μνήμη του:
-----------------------------------------------------  
Ο Ντοστογέφσκυ ανήκει σε όλους τους κόσμους και σε όλους τους ανθρώπους. Είναι πανάνθρωπος και συγγενής όλων.  Συγγενής των Σέρβων, των Ελλήνων, των Βουλγάρων, των Γάλλων, όλων των ανθρώπων σε όλες τις ηπείρους. Κανείς άνθρωπος δεν είναι ξένος γι’ αυτόν. Εάν ένας είναι εγκληματίας, θα βρει κατανόηση σ’ αυτόν. Εάν είναι μάρτυρας, θα βρει προστασία σ’ αυτόν. Εάν είναι απελπισμένος, θα βρει παρηγοριά σ’ αυτόν. Αν είναι φτωχός, θα βρει ανοιχτές τις αγκάλες του. Αν είναι άπιστος, θα βρει στοργικό δάσκαλο σ’ αυτόν. Αν είναι πιστός, θα βρει σ’ αυτόν, θαυμάσια ομολογία  πίστεως.
          
Ο Ντοστογέφσκυ παρακολούθησε τον άνθρωπο σ’ όλους τους δρόμους του, από το διάβολο ως το Θεό κι από το Θεό ως το διάβολο. Βασανίστηκε όσο λίγοι, με το μυστήριο του ανθρώπου και  το μυστήριο του Θεού και με το μυστήριο του διαβόλου.
          
Κατά τους νεώτερους χρόνους, κανείς δεν έδωσε τέτοια μαρτυρία για το Χριστό, όσο την έδωσε αυτός. Κανείς δεν κατέδειξε με τόση δύναμη ότι,  ο Χριστός είναι το παν για τον άνθρωπο. Αν του αποδείκνυε κανείς, ότι ο Χριστός είναι έξω από την Αλήθεια, θα προτιμούσε το Χριστό απ’ αυτού του είδους την Αλήθεια. Κανείς στον κόσμο, δεν εξύμνησε τόσο τον πόνο του ανθρώπου και τη θλίψη του , την  απελπισία του και τη χαρά του, την πίστη του και την αγάπη του, όσο αυτός.
          
Για τον Ντοστογέφσκυ, ο Θεός είναι η ύψιστη και η εγγύτατη πραγματικότητα. Για τους ήρωες του, μια μόνο κεντρική βάσανος υπάρχει: ο Θεός.  «Με βασανίζει μόνο ο Θεός», εξομολογούνται όλοι οι ήρωες του.  Εάν ο Θεός δεν υπάρχει, τότε τα πάντα είναι διαβολικό χάος, ανοησία και τρέλα. Τότε τα πάντα εδράζονται   στο παράλογο. 
          
Η δεύτερη μετά το Θεό μέγιστη πραγματικότητα είναι ο άνθρωπος, η αθάνατη ψυχή του ανθρώπου, το πρόσωπο του. Όταν ο Θεός είναι η πρώτη πραγματικότητα, τότε η αθανασία της ψυχής είναι η δεύτερη πραγματικότητα. Η αθανασία της ψυχής είναι λογική και φυσική, όπως και η ύπαρξη του Θεού.
          
Ο Ντοστογέφσκυ δεν μπορεί να φανταστεί τον άνθρωπο χωρίς ψυχή. «Ο άνθρωπος υπάρχει, γιατί υπάρχει ο Θεός». «Εάν δεν υπήρχε ο Θεός, ο άνθρωπος δεν μπορούσε να υπάρξει». «Η προσωπική αθανασία και ο Θεός, είναι μία και η αυτή ιδέα». «Αν υπάρχει Θεός, τότε εγώ είμαι αθάνατος» ισχυρίζεται. «Αν δεν υπάρχει Θεός, τότε τα πάντα επιτρέπονται».  Γι’ αυτό το σπουδαιότερο πράγμα επί της γης, είναι γι’ αυτόν, να πιστεύεις στο Χριστό και στη μετά θάνατον ζωή. Όλοι οι κόσμοι του Ντοστογέφσκυ μαρτυρούν, ότι ο διάβολος υπάρχει, ο Θεός υπάρχει, η αθανασία της ψυχής υπάρχει.
          
Η μορφή του Χριστού γέμιζε όλη την ψυχή του Ντοστογέφσκυ κι έτσι έγινε ο πιο διορατικός προφήτης κι ο πιο εύγλωττος απόστολος  του Χριστού, κατά τους νεώτερους χρόνους. Κατόρθωσε στα έργα του, να παρουσιάσει ζωντανό το Χριστό. Θεωρούσε τον άνθρωπο και την ανθρωπότητα αλλά και το ρωσικό λαό, γένος του Χριστού.
-------------------------------------------------------
          
Πιστεύω ότι αυτά τα λίγα αποσπάσματα, από ένα σύγχρονο άγιο της Σερβικής εκκλησίας, σκιαγραφούν την πίστη  του Ντοστογέφσκυ στο Θεό και τον άνθρωπο, αν κι έχουν γραφεί ολόκληρα βιβλία για τα έργα του και το πρόσωπο του.
          
Στις 26 Ιανουαρίου είπε στη γυναίκα του, να του διαβάσει ένα απόσπασμα από το ευαγγέλιο, μετά κάλεσε τον ιερέα και εξομολογήθηκε, ύστερα κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων και παρέδωσε την ψυχή του στο Θεό, που τόσο πολύ αγάπησε στη ζωή του.
           
Πριν  λίγα χρόνια που βρέθηκα στο μοναστήρι του Αλεξάνδρου Νέφσκυ στην Αγία Πετρούπολη, πήγα στο Κοιμητήριο της Μονής κι είδα μέσα στη μαγεία ενός καταπράσινου  τοπίου, κάτω από ένα πλάτανο, τον τάφο του Ντοστογέφσκυ. Σταμάτησα εκστατικός, χωρίς σκέψεις και λογισμούς και αναρωτήθηκα πώς χώρεσε μέσα σ’ ένα τόσο απέριττο τάφο, ένας τόσο μεγάλος άνθρωπος, με τέτοιο νου και τέτοια ψυχή!  Πώς σταμάτησε να χτυπά αυτή η καρδιά, που τόσα χρόνια χτυπούσε εντατικά, για τον πόνο και τα πάθη του ανθρώπου!
          
Θυμήθηκα τις συναρπαστικές  ώρες που πέρασα διαβάζοντας τα βιβλία του. Πόσο πόνεσα και χάρηκα μαζί με  τους ήρωες του!  Και τέλος διέσχισα τους χρόνους και τους καιρούς με τα μάτια της ψυχής μου και «είδα» τις χιλιάδες των ανθρώπων, ιερείς και  μοναχούς, φτωχούς και καταφρονεμένους, πόρνες και εγκληματίες,  ληστές και εγκαταλειμμένους, ποιητές και συγγραφείς, εργάτες και σοφούς,  που με δάκρυα τον συνόδεψαν στον τάφο του. Σε όλους αυτούς και στον καθένα χωριστά, είχε μιλήσει με τα βιβλία του στην καρδιά τους.
          
Το μόνο που σκέφτομαι σήμερα είναι, να ευγνωμονώ το Θεό, που με αξίωσε να διαβάσω τα βιβλία του και να τον αγαπήσω, ως ένα αληθινό άνθρωπο της αγίας Ρωσίας, της ορθόδοξης εκκλησίας, της ανθρωπότητας. Όταν ο μεγάλος ρώσος συγγραφέας Τολστόι, έφυγε τελευταία φορά από το σπίτι του, λίγο πριν  το θάνατο του, άφησε ανοιχτό, ένα βιβλίο του Ντοστογέφσκυ που διάβαζε.  Κάποτε είχε πει: «Να πείτε στο Ντοστογέφσκυ, ότι τον αγαπώ πολύ». Αυτό θα μπορούσα να πω κι εγώ  σήμερα, στον άνθρωπο που συγκίνησε, τόσο πολύ την ψυχή μου.   

Τυπικό Κυριακής τοῦ Ἀσώτου

Δείτε και εκτυπώστε την Ακολουθία του Εσπερινού και του Όρθρου της Κυριακής του Ασώτου
Πιέστε εδώ

15 Φεβ 2011

"Ο άνθρωπος που λέγεται συνάνθρωπος"


Του Πρωτ. Γεωργίου Ατσαλάκη
Γεν. Αρχιερατικού Επιτρόπου Ι. Μ. Πέτρας & Χερρονήσου
Προϊσταμένου του Ι. Ν. Αγίου Γεωργίου πόλεως Αγ. Νικολάου


Όλοι είμαστε άνθρωποι. Το δύσκολο είναι να είμαστε συνάνθρωποι. Να νιώθομε ο ένας τον άλλο σαν κάτι δικό μας, που μας δίνει χαρά ή πόνο, η παρουσία του. Να βλέπομε στα μάτια του  το νόημα και την ελπίδα της ζωής, που καταργεί τη μοναξιά μας και μας μεταβάλλει από άτομα σε πρόσωπα.

Ο αείμνηστος συμπατριώτης μας Επαμεινώνδας Ρεμουντάκης, που έζησε χρόνια στη Σπιναλόγκα, σταυρώθηκε από την αρρώστια, από τότε που ήταν φοιτητής κι «αγκάλιασε» τον πόνο μέχρι το τέλος της ζωής του, γράφει: «Συνάνθρωπε, αν κάποια μέρα ο δρόμος σε φέρει, στο Μεραμπέλλο της Κρήτης, πήγαινε στη Σπιναλόγκα.  Περπατώντας το δρόμο που περιβάλλει το γρανιτένιο βράχο, σταμάτησε και κράτησε την  αναπνοή σου.
        
Από κάποιο χαμόσπιτο τριγύρω σου, θα ακούσεις τον απόηχο από κάποιο μοιρολόι μιας μάνας, μιας αδελφής, ή τον αναστεναγμό ενός άνδρα, που οι πόνοι δεν τον άφησαν μέρα και νύχτα να κλείσει μάτι.
        
Άφησε δυο δάκρυα από τα μάτια σου και θα δεις να λαμπυρίζουνε εκατομμύρια δάκρυα, που πότισαν αυτό το δρόμο. Είναι τα δάκρυα των χανσενικών, που αγίασαν αυτό τον αφιλόξενο βράχο  και που τώρα βασιλεύει η σιωπή και η γαλήνη και μόνο ο απόηχος των κυμάτων ακούγεται».  
        
Νομίζω ότι δεν είναι τυχαία η λέξη «συνάνθρωπε» από τον αγαπητό μας και συμπαθέστατο Ρεμουντάκη. Αυτό το σύντομο απόσπασμα, δίνει κατά τη γνώμη μου, τον πιο ακριβή ορισμό της έννοιας του συνανθρώπου. Μόνο αν είσαι συνάνθρωπος, μπορείς να δεις έτσι τη Σπιναλόγκα. Μπορείς ν’ ακούσεις τους αναστεναγμούς και να αισθανθείς τον πόνο των Λεπρών.
        
Μόνο αν είσαι συνάνθρωπος, μπορείς να καταλάβεις τον πόνο του ανθρώπου. Την αρρώστια του, τη μοναξιά του, την απελπισία του, την ελπίδα του, την υπομονή του. Μόνο αν είσαι συνάνθρωπος, μπορείς να νιώσεις τη χαρά του, να  αισθανθείς την αγωνία του, τη φτώχεια του, να καταλάβεις τον αγώνα του, να κατανοήσεις την αμαρτία του.
        
Πόσο την έχει ο άνθρωπος ανάγκη αυτή τη λέξη! Πόσο αναζητά δυο μάτια, να τον κοιτάξουν με ανυπόκριτη αγάπη! Χωρίς ιδιοτέλεια και υπολογισμό. Πόση συγκίνηση νιώθει, όταν δει, γι’ αυτόν δυο μάτια να δακρύζουν!
        
Δεν υπάρχει πιο συγκλονιστικό θέαμα, από τα δακρυσμένα μάτια. Εκείνα που  δακρύζουν από αγάπη, από χαρά, από συγκίνηση -για ό,τι βλέπουν και ακούνε-  από ευγνωμοσύνη, από πόνο, από ιερό ενθουσιασμό. Σαν το σεισμό του ηφαιστείου, που συθέμελα σε ταράσσει,  είναι τα δακρυσμένα μάτια. Για να το νιώσεις όμως και να το αισθανθείς, πρέπει να είσαι συνάνθρωπος.
        
Κάθε εποχή έχει τα καλά της και τα κακά της. Την πρόοδο της και τις μελανές της σελίδες. Είναι λάθος να εξιδανικεύουμε οι μεγαλύτεροι, την εποχή των παιδικών μας χρόνων, ή ακόμη παλιότερες εποχές. Καμιά εποχή δεν ήταν αγγελική.
        
Δυστυχώς όμως η εποχή μας, παρά την αλματώδη άνοδο  του βιοτικού επιπέδου, είναι ανθρωπομονιστική. Αυτό σημαίνει απελπιστικά ατομικιστική. Ο άνθρωπος κλείνεται στο εγώ του,  στην οικογένεια του, σε ορισμένα αγαπημένα του πρόσωπα και βιώνει μια παράξενη μοναξιά, ιδίως στην ερημιά των μεγάλων πόλεων. Ποτέ οι άνθρωποι δεν ήταν τόσο κοντά ο ένας στον άλλο, όσο είναι σήμερα στις μεγάλες πολιτείες και ποτέ δεν ήταν τόσο μακριά οι ψυχές τους.
        
Ζούμε σε μια ώρα, που είναι απόλυτη ανάγκη να συνυπάρξομε ως άνθρωποι,   ως λαός και ως έθνος. Το απαιτούν οι καιροί, τα σημερινά μέσα επικοινωνίας, ο «τουριστικός άνθρωπος» που τόσο κυριαρχεί σήμερα. Πρέπει να πιστέψομε ότι είμαστε συνάνθρωποι.
        
Στο τεράστιο φιλανθρωπικό έργο που έκανε στην Αθήνα η Αγία Φιλοθέη, έδινε στοργή και αγάπη σε όλους τους ανθρώπους, χωρίς διακρίσεις.  Επαναλάμβανε δηλ. και συνέχιζε το έργο του Μεγάλου Βασιλείου, που αγαπούσε και βοηθούσε τους ανθρώπους και τα παιδιά, χωρίς να εξετάζει σε ποιά εθνότητα και θρησκεία ανήκαν.
        
Για να δεις όμως έτσι τους ανθρώπους, πρέπει να πιστεύεις, ότι όλοι οι άνθρωποι είναι παιδιά του Θεού. Όλοι είναι αδέλφια.  Εικόνες ζωντανές του Χριστού. Κι όταν πληγώνεις αυτή την εικόνα, πληγώνεις τον ίδιο το Θεό!
        
Μ’ αυτή την έννοια, είναι συνάνθρωποι όλοι οι άνθρωποι που πονούν και υποφέρουν σ’ όλη τη γη. Είναι συνάνθρωποι, τα σκελετωμένα παιδιά της Αφρικής, που αργοπεθαίνουν από την πείνα και τις ασθένειες και κυρίως από την εγκατάλειψη των ανθρώπων. Είναι συνάνθρωποι, οι άνθρωποι που σκοτώνονται τόσο ανελέητα στους πολέμους, σ’ όλα τα μέρη του κόσμου. Αλλά  είναι και συνάνθρωποι, οι άνθρωποι της γειτονιάς σου, του χωριού σου, της πολιτείας σου.

        
Το έτος 1970  έμενα στην Αθήνα στην οδό Ιπποκράτους. Ένα απόγευμα Κυριακής, η πρεσβυτέρα μου κινδύνευε από μια κρίση βρογχικού άσθματος. Την πήρα μ’ ένα ταξί και έψαχνα να βρω ένα νοσοκομείο. Δεν τη δεχότανε, επειδή δεν εφημέρευαν. Τελικά βρήκα ένα,  αλλά μου έκαμε ιδιαίτερη εντύπωση, ένας νέος γιατρός, που  πάσχιζε να μας εξυπηρετήσει. Τον  ευχαρίστησα δακρυσμένος και μου είπε: «Είμαι παιδί ιερέως και πιστεύω ότι έτσι ευχαριστώ την ψυχή του πατέρα μου. Όμως η χριστιανική μου συνείδηση επιβάλλει,  να βλέπω  όλους τους άρρωστους ανθρώπους, όπως εσάς».

14 Φεβ 2011

«Μέριασε βράχε να διαβώ…»


Του Πρωτ. Γεωργίου Ατσαλάκη
Γεν. Αρχιερατικού Επιτρόπου Ι. Μ. Πέτρας & Χερρονήσου
Προϊσταμένου του Ι. Ν. Αγίου Γεωργίου πόλεως Αγ. Νικολάου



Πάντα με συγκινούσε αυτό του ποίημα του Βαλαωρίτη. Γεμάτο πατριωτισμό και δίψα ελευθερίας, συγκλονίζει την ελληνική ψυχή και αποκρυπτογραφεί το μεγαλείο της. Θα ήθελα όμως, παραλλάσσοντας λίγο το νόημα του, να το μεταφέρω στη ζωή του ανθρώπου, στην ψυχή του και στη συνείδηση του.  

Βράχο εννοώ την καρδιά του ανθρώπου και κύμα όλες τις «μπόρες» που τη χτυπούν από τα παιδικά του χρόνια μέχρι τα γεράματα του. Δεν είναι εύκολο να απαριθμήσομε  αυτά τα κύματα, που είναι πολλά και αμέτρητα. Μπορούμε όμως να ξεχωρίσομε τα πιο μεγάλα και τα πιο δυνατά, τα πιο επικίνδυνα και το πιο ανελέητα, χωρίς να παραβλέπομε  την  ιδιαιτερότητα του κάθε ανθρώπου. Βασική προϋπόθεση  για την αντίληψη και την ερμηνεία όλων αυτών των «κυμάτων», είναι η ηθική συνείδηση του ανθρώπου, αυτή που του δίνει φως και νόημα ζωής.

Ένα ισχυρό κύμα, που χτυπά τον άνθρωπο από τα παιδικά του χρόνια,  είναι η δίψα για γνώση, για μάθηση.  Στη φυσιολογική της εξέλιξη είναι πρόοδος και επιστήμη. Με όραμα  την υγιή φιλοδοξία, μπορεί να γίνει σοφία και ήθος ζωής, δημιουργία και πολιτισμός. Στην αρνητική της όψη, μπορεί να γίνει επικίνδυνη. Η γνώση ενός φαρμάκου, μπορεί να γίνει σωτηρία για τον άνθρωπο, αλλά και δηλητήριο  θανάτου. Από τον ίδιο νου μπορεί να βγει ένας αξονικός τομογράφος, αλλά και μια βόμβα νετρονίου.

Ένα άλλο δυνατό κύμα που χτυπά τον άνθρωπο ασταμάτητα,  είναι ο έρωτας. Το ισχυρότερο κύμα με τη μεγαλύτερη δύναμη. Είναι τόσο δυνατό, γιατί οι ρίζες του πηγάζουν από το πανίσχυρο γενετήσιο ένστικτο, που στο βάθος είναι η ίδια η ζωή.  Είναι η «αγαπητική δύναμη» του Μεγάλου Βασιλείου, με όλες τις παραλλαγές και τις διαστροφές της. Αυτή δημιουργεί τη βιολογική ζωή, αυτή ενώνει τους ανθρώπους, αυτή γεννά τα παιδιά,  αυτή διαλύει τα ανδρόγυνα,  αυτή χωρίζει τα παιδιά από τους γονείς τους.

Στην καλή της εξέλιξη είναι  χαρά του ανθρώπου, ευλογία Θεού και ποιότητα ζωής.  Στην  διαστροφή της, γίνεται συμφορά και κατάρα. Μπορεί να γίνει θυσιαστική  αγάπη, απαλλαγμένη από ιδιοτέλεια και υπολογισμό, αλλά μπορεί να γίνει  κενοδοξία και φιλαργυρία, που είναι οι πιο καταστρεπτικές δυνάμεις για τη ζωή  του ανθρώπου.  
«Ο Θεός τους έρωτες εγκατέσπειρε στις  καρδιές  των ανθρώπων», θα μας πει ο ασκητικότερος των Πατέρων ιερός Χρυσόστομος  και η Εκκλησία με πρότυπα τούς αγίους της, θα μετατρέψει τους σαρκικούς έρωτες σε χριστιανική αγάπη, σε συζυγική αγάπη, σε πατρική και μητρική αγάπη, σε φιλοθεΐα και φιλανθρωπία. Και στη Μυστική της Θεολογία   θα τονίσει τον μυστικό -«μανικό» -έρωτα στο Θεό και στον άνθρωπο.  Πρέπει όμως πάντα να μην ξεχνούμε και προπάντων να «κατανοούμε», ότι ο έρωτας  είναι το κύμα που χτυπά με τη μεγαλύτερη δύναμη την καρδιά του ανθρώπου.

Ένα  άλλο παράδοξο και απρόσμενο κύμα, που χτυπά τον άνθρωπο – πάντα χωρίς τη θέληση του – είναι ο πόνος. Οποιαδήποτε μορφή κι αν έχει,  εξουθενώνει τον άνθρωπο και πολλές φορές τον φτάνει μέχρι το χείλος του τάφου. Έχει πολλές μορφές και διαφέρει στην ένταση και στη δύναμη. Μπροστά του και οι πιο δυνατοί άνθρωποι λυγίζουν. Όσοι πιστεύουν στο Θεό, είναι αυτή την ώρα, η μεγάλη καταφυγή τους. Για όλους όμως μεγάλη ανακούφιση, είναι η αίσθηση ότι υπάρχουν δίπλα τους άνθρωποι, που λέγονται «συνάνθρωποι» και αυτό τους δίνει μεγάλη δύναμη και   μεγάλη ελπίδα.

Ένα άλλο ισχυρό κύμα που δεν κάνει διακρίσεις, είναι η αρρώστια. Χτυπά τον άνθρωπο από τα πρώτα βήματα της ζωής του. Σήμερα βρισκόμαστε από πλευράς ιατρικής σε καλύτερες ώρες για την αντίκρουση του, αλλά πάντα- σε κάθε εποχή - υπάρχει σαν κατάρα μια αρρώστια, μη αναστρέψιμη και πάντα σαν λερναία Ύδρα  γεννά νέα κεφάλια και  χτυπά με  νέα κύματα. Δυστυχώς το κύμα αυτό είναι ανελέητο και σκληρό, απειλεί τη ζωή και επιβουλεύεται την ευτυχία  του ανθρώπου.

Το τελευταίο δυνατό κύμα  είναι το κύμα του κακού. Είναι σαν εκείνο που βουλιάζει τα καράβια χωρίς έλεος. Χτυπά τον άνθρωπο με πολύ μίσος και είναι απ’ όλα τα κύματα το πιο καταστροφικό. Δεν απαριθμούνται τα ονόματα  του, ούτε τα προσωπεία του, ούτε διακρίνονται εύκολα οι αιτίες που το γεννούν.  Μια μορφή  του κύματος αυτού είναι η αμαρτία, που κυρίως χτυπά την αφύλακτη καρδιά του ανθρώπου, κυρίως την ηθική του συνείδηση. Η υποχώρηση και «ο συμβιβασμός», είναι η επιδίωξη αυτού του κύματος.

Σε όλα τα παραπάνω κύματα, ο άνθρωπος μπορεί ν’ αντισταθεί με τρία όπλα: Το πρώτο είναι ο Θεός. Η προστασία Του  και η δύναμη Του. Το δεύτερο είναι η ηθική του συνείδηση, με όλο τον αιματηρό αγώνα, που αυτό συνεπάγεται και το τρίτο είναι η συμπαράσταση των συνανθρώπων του. Να μη νιώθει ότι είναι μόνος στη δοκιμασία και στον αγώνα του. 

13 Φεβ 2011

"Το σύμπλεγμα της Αλεπούς"

Του Πρωτ. Γεωργίου Ατσαλάκη
Γεν. Αρχιερατικού Επιτρόπου Ι. Μ. Πέτρας & Χερρονήσου
Προϊσταμένου του Ι. Ν. Αγίου Γεωργίου πόλεως Αγ. Νικολάου



Με­λε­τών­τας το βι­βλί­ο του κα­θη­γη­τή του Πα­νε­πι­στη­μί­ου Α­θη­νών Ι­ω­άν­νου Κορ­να­ρά­κη «Ψυ­χο­λο­γι­κές προ­ο­πτι­κές», θα δού­με εν συν­το­μί­α «το σύμπλεγμα της Α­λε­πούς», α­πό τους μύ­θους του Αι­σώ­που.


Ο μύ­θος «Η Α­λε­πού και τα στα­φύ­λια», εί­ναι α­σφα­λώς α­πό τους πιο γνω­στούς αι­σώ­πει­ους μύ­θους.  Γι’ αυ­τό και η φρά­ση «Ό­σα δεν φτά­νει η Α­λε­πού τα κά­νει κρε­μα­στά­ρια», εί­ναι πα­σί­γνω­στη. Ο μύ­θος θέ­λει την Α­λε­πού πει­να­σμέ­νη μπρο­στά α­πό τα κρε­μά­με­να στα­φύ­λια.  

Η πει­να­σμέ­νη Α­λε­πού, μό­λις εί­δε τα στα­φύ­λια όρ­μη­σε προς αυ­τά, προ­κει­μέ­νου να ι­κα­νο­ποι­ή­σει την πεί­να της, ό­μως δεν μπο­ρού­σε να τα φτά­σει, για­τί δεν εί­χε τις σω­μα­τι­κές δυ­να­τό­τη­τες. Μέ­χρις ε­δώ η αν­τί­δρα­ση του ζώ­ου εί­ναι φυ­σι­ο­λο­γι­κή. Κα­νείς ού­τε στην πε­ρι­ο­χή του ζω­ι­κού βα­σι­λεί­ου, ού­τε με­τα­ξύ των αν­θρώ­πων, μπο­ρεί να εί­ναι παν­το­δύ­να­μος. Μια α­πο­τυ­χί­α στις πιο πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις, μπο­ρεί να εί­ναι εν­τε­λώς φυ­σι­ο­λο­γι­κό γε­γο­νός.

Η Α­λε­πού με­τά την α­πο­τυ­χί­α της, εί­χε δύ­ο δυ­να­τό­τη­τες φυ­σι­ο­λο­γι­κής αν­τί­δρα­σης. Ή να ε­πα­να­λά­βει το εγ­χεί­ρη­μα, ή να δι­και­ο­λο­γή­σει την α­πο­τυ­χί­α της, (στον ε­αυ­τό της και στα ζώ­α που την έ­βλε­παν). Κά­νει το δεύ­τε­ρο. Δι­και­ο­λο­γεί την α­πο­τυ­χί­α της και λέ­ει: «Τα στα­φύ­λια εί­ναι ά­γου­ρα». Το νό­η­μα της αν­τι­δρά­σε­ως της Α­λε­πούς εί­ναι η δι­και­ο­λο­γί­α, που ε­δώ βα­σί­ζε­ται στο ψέ­μα, α­φού τα στα­φύ­λια δεν ή­ταν ά­γου­ρα κι ε­κεί­νη το ή­ξε­ρε.  Αυ­τό ή­ταν πο­νη­ριά και α­πά­τη για τον ε­αυ­τό της και τα ζώ­α που την πα­ρα­τη­ρού­σαν. Το ερ­μη­νευ­τι­κό συμ­πλή­ρω­μα του μύ­θου εί­ναι ό­τι, «έ­τσι και με­ρι­κοί άν­θρω­ποι, ό­ταν δεν μπο­ρούν να ε­πι­τύ­χουν κά­ποι­α πράγ­μα­τα στη ζω­ή τους α­πό α­δυ­να­μί­α,  κα­τη­γο­ρούν τους και­ρούς».

Οι μύ­θοι του Αι­σώ­που, ό­πως γνω­ρί­ζο­με, έ­χουν σκο­πό να σκι­α­γρα­φή­σουν τα αν­θρώ­πι­να πά­θη στα πρό­σω­πα των ζώ­ων και να καυ­τη­ριά­σουν αν­θρώ­πι­νες συμ­πε­ρι­φο­ρές. Η α­πο­τυ­χί­α της Α­λε­πούς στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση προ­σβάλ­λει την α­ξι­ο­πρέ­πεια της, μει­ώ­νει την προ­σω­πι­κό­τη­τα της  και ε­πο­μέ­νως τραυ­μα­τί­ζει την ει­κό­να της υ­παρ­ξια­κής της προ­ο­πτι­κής. Στις δι­αν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις, η χρή­ση της μη α­λη­θι­νής δι­και­ο­λο­γί­ας, σκο­τει­νιά­ζει και τραυ­μα­τί­ζει την αυ­το­γνω­σί­α και την αυ­το­θε­ώ­ρη­ση.

Το σπου­δαι­ό­τε­ρο πλήγ­μα στην προ­σπά­θεια της Α­λε­πούς να φτά­σει τα στα­φύ­λια, ή­ταν ο τραυ­μα­τι­σμός του ε­γω­ι­σμού της, μπρο­στά στα άλ­λα ζώ­α που την πα­ρα­τη­ρού­σαν. Το ί­διο συμ­βαί­νει με τον άν­θρω­πο, ό­ταν πλη­γώ­νε­ται ο ε­γω­ι­σμός του και τραυ­μα­τί­ζε­ται η  πλα­σμα­τι­κή ει­κό­να του ε­αυ­τού του. Δεν εί­ναι θα­νά­σι­μο α­μάρ­τη­μα η α­πο­τυ­χί­α, για να αν­τι­δρά ό­πως η Α­λε­πού, με ψεύ­τι­κη δι­και­ο­λο­γί­α.

Δεν εί­ναι ντρο­πή να α­πο­τύ­χει κα­νείς. Εί­ναι ντρο­πή να μη θέ­λει να α­πο­δε­χτεί την α­δυ­να­μί­α του. Αυ­τό φα­νε­ρώ­νει α­λα­ζο­νι­κό ε­γω­ι­σμό, που στις πε­ρισ­σό­τε­ρες πε­ρι­πτώ­σεις, με τη χρή­ση των πλα­σμα­τι­κών δι­και­ο­λο­γι­ών, τον τα­πει­νώ­νει και τον  ξευ­τε­λί­ζει. Η ει­λι­κρί­νεια και η σω­στή αυ­το­γνω­σί­α και ό­χι η «α­πώ­θη­ση»,  δί­νει την ει­κό­να του α­λη­θι­νού αν­θρώ­που: «Προ­σπά­θη­σα αλ­λά δεν τα κα­τά­φε­ρα». Αν ό­μως ο άν­θρω­πος πά­σχει α­πό αρ­ρω­στη­μέ­νη «φι­λο­πρω­τί­α»,  θα κα­τα­λή­ξει στον εμ­παιγ­μό που υ­πέ­στη η Α­λε­πού.

Και πρέ­πει να α­να­φέ­ρο­με σ’ αυ­τό το ση­μεί­ο, πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις που συ­ναν­τού­με στους συ­ναν­θρώ­πους μας, ό­ταν δεν πε­τύ­χουν αυ­τό που θέ­λουν.  Αν­τί να ο­μο­λο­γή­σουν την  α­δυ­να­μί­α τους,  ε­παί­ρον­ται με υ­πο­κρι­τι­κό τρό­πο και λέ­νε: «κα­λύ­τε­ρα που ήρ­θαν έ­τσι τα πράγ­μα­τα». Αυ­τό εί­ναι ε­πί­πλα­στη δι­και­ο­λο­γί­α, που αλ­λοι­ώ­νει τό­σο την ε­σω­τε­ρι­κή ει­κό­να του χα­ρα­κτή­ρα τους, ό­σο και την ε­ξω­τε­ρι­κή, που θέ­λουν να δεί­χνουν στους άλ­λους αν­θρώ­πους.

Στο α­ξι­ό­λο­γο βι­βλί­ο του κα­θη­γη­τή Κορ­να­ρά­κη, η χρή­ση της δι­και­ο­λο­γί­ας μπο­ρεί να α­πο­κα­λύ­ψει νευ­ρω­τι­κές τά­σεις ή ψυ­χα­ναγ­κα­σμούς, που κα­θο­ρί­ζουν α­συ­νεί­δη­τα την αν­θρώ­πι­νη συμ­πε­ρι­φο­ρά. Α­κό­μη και μια «δι­και­ο­λο­γη­μέ­νη» δι­και­ο­λο­γί­α μπο­ρεί να εί­ναι μια κομ­πλε­ξι­κή-νευ­ρω­τι­κή αν­τί­δρα­ση. Η δι­και­ο­λο­γί­α δεν εί­ναι πάν­το­τε α­θώ­α. Εί­ναι τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές μια «παμ­πό­νη­ρη» Α­λε­πού! Φαί­νε­ται ό­τι ο χώ­ρος του α­συ­νει­δή­του, εί­ναι η κα­λύ­τε­ρη φω­λιά της. 

Προ­σο­χή λοι­πόν στη χρή­ση της δι­και­ο­λο­γί­ας, το­νί­ζει ο κα­θη­γη­τής.   Ό­σο αυ­θόρ­μη­τα κι αν ξε­πε­τά­γε­ται,  για να μας γλυ­τώ­σει α­πό κά­ποι­α υ­παρ­ξια­κή α­πει­λή (κά­ποι­ο τραυ­μα­τι­σμό του ε­γω­ι­σμού μας ή της πλα­σμα­τι­κής ει­κό­νας του ε­αυ­τού μας), ας ε­λέγ­χου­με την ταυ­τό­τη­τα της. Εί­ναι πο­λύ πι­θα­νόν να α­να­γνω­ρί­σου­με στην συμ­πε­ρι­φο­ρά της, «το πή­δη­μα» της Α­λε­πούς.

Το φως του Χρι­στού,  μπο­ρεί να φω­τί­σει τα βά­θη της συ­νεί­δη­σης μας και να μας ο­δη­γή­σει στην α­λη­θι­νή αυ­το­γνω­σί­α, στην παρ­ρη­σί­α και την ει­λι­κρί­νεια και στην α­ξι­ο­πρε­πή αν­θρώ­πι­νη συμ­πε­ρι­φο­ρά.  
  

11 Φεβ 2011

"Ανεξικακία"

Διαβάζουμε αποσπάσματα από το "Γεροντικόν"
Επιμέλεια: Πρεσβ. Βασίλειος Περουλάκης


Κύριε, Ιησού Χριστέ,
ελέησόν με τον αμαρτωλό.

Ένας από τους Πατέρες της Ερήμου έκανε αυτήν την παραστατική διδασκαλία στους νεότερους μοναχούς:
- Υπόθεσε, αδελφέ μου, ότι αυτήν την στιγμή παίρνω το πρόσωπο του δικαίου Κριτή και ανεβαίνω στο δικαστικό βήμα. Σε ρωτώ λοιπόν· "τι θέλεις να σου κάνω;". Αν μου πεις "ελέησέ με", θα σου απαντήσω "ελέησε και συ τον αδελφό σου". Αν πάλι μου πεις· "συγχώρησε με" θα σου απαντήσω· "συγχώρησε και συ τα σφάλματα του πλησίον σου".
- Μήπως είναι άδικος ο Κριτής; Μη γένοιτο!
- Αδελφέ, στο χέρι σου είναι να κερδίσεις τη συμπάθεια του Κριτού, αρκεί να έχεις μάθει να συγχωρείς.
Μερικοί ευλαβείς νέοι ανέβηκαν στη σκήτη να επισκεφθούν ένα πνευματικό Γέροντα. Έξω από την καλύβα του βρήκαν κάτι τσομπανόπουλα, που έβοσκαν τα κοπάδια τους. Έκαναν όμως τόση φασαρία με τα παιχνίδια και τις φωνές τους, που απόρησαν οι επισκέπτες.
- Πως ανέχεσαι αυτά τα παλιόπαιδα, Πάτερ, και δεν τα διώχνεις; ρώτησαν τον Γέροντα.
- Είναι καιρός τώρα, τέκνα μου, αποκρίθηκε ο αγαθός Γέροντας, που έχω αποφασίσει να τα μαλώσω και να τα διώξω. Κάθε φορά όμως αναβάλλω, λέγοντας στον εαυτό μου· αν τόσο μικρή ενόχληση δεν ανέχεσαι, πως θα σηκώσεις ένα πιο μεγάλο πειρασμό; Έτσι συνηθίζω να δέχομαι ευχαρίστως τις μικρο δοκιμασίες, που μου στέλνει ο Κύριός μου.
Είπε μια φορά ένας αρχάριος Μοναχός σ' ένα έμπειρο Γέροντα:
- Φλέγομαι από τον πόθο να μαρτυρήσω για την αγάπη του Χριστού.
Του αποκρίθηκε ο Γέροντας:
- Αν την ώρα του πειρασμού σηκώσεις ευχαρίστως το βάρος του αδελφού σου, είναι σαν να ρίχτηκες στην κάμινο των Τριών Παίδων.
Ένας από τους Γέροντες δίνει την ακόλουθη αξιοπρόσεκτη συμβουλή:
- Αν μεταξύ εσένα και κάποιου άλλου ειπωθούν λόγια δυσάρεστα κι εκείνος, ύστερα από λίγο, αρνηθεί ότι σου τα είπε, εσύ μην επιμένεις να του λές ότι τα είπε, γιατί σίγουρα θα παρεκτραπεί πάλι και θα σου απαντήσει. Κι έτσι θα μεγαλώσει η φιλονικία. Λησμόνησε λοιπόν τα πικρά λόγια για να έλθει μεταξύ σας ομόνοια και ειρήνη.
Μας λέγει η παράδοση, ότι ο Απόστολος Ιάκωβος, ο αδελφός του Ευαγγελιστή Ιωάννη, την ώρα που οδηγούνταν στο μαρτύριο, συνάντησε στον δρόμο εκείνον που τον είχε καταδώσει. Σταμάτησε, λοιπόν, ο Ιάκωβος και τον φίλησε λέγοντάς του:
-"Ειρήνευε, αδελφέ".
Βλέποντας εκείνος τόση ανεξικακία, θαύμασε και φώναξε με ενθουσιασμό:
- "Χριστιανός είμαι από σήμερα κι εγώ".
Ύστερα απ' αυτή την ομολογία αποκεφαλίστηκε μαζί με τον Απόστολο.
Κάποιος σοφός Πατήρ λέγει:
- "Εκείνος που αδικείται και συγχωρεί, μοιάζει με τον Ιησού. Εκείνος που δεν αδικεί μεν, αλλά ούτε του αρέσει να αδικείται, είναι στην θέση του Αδάμ. Ο άδικος όμως, ο κακεντρεχής κι ο συκοφάντης δεν διαφέρει από τον διάβολο".
Με την κακία δεν μπορείς να διώξεις την κακία, λέγει ο Όσιος Ποιμήν. Αν λοιπόν σου κάνει κανένα κακό ο αδελφός σου, προσπάθησε εσύ να του το ανταποδώσεις με καλό. Μόνο η καλοσύνη μπορεί να νικήσει την κακία.
Λέγει ο Όσιος Μακάριος:
- Όσο φέρνουμε διαρκώς στο νου μας τα κακά που τυχόν μας προξένησαν οι αδελφοί μας, τόσο απομακρύνουμε το Θεό από αυτόν. Όταν τα λησμονούμε παρευθύς, δεν τολμούν οι δαίμονες να μας πειράξουν.
Αν κάποιος συ βρίσει, λέγει κάποιος πατήρ, εσύ ευλόγησέ τον. Αν δεχθεί την ευλογία, είναι καλό και για τους δύο. Αν όμως δεν την δεχθεί, εσύ παίρνεις την ευλογία από το Θεό και μένει σ' αυτόν ή ύβρις.

ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ

ΠΩΣ ΘΑ ΜΑΣ ΒΡΕΙΤΕ (Ι. Ν. ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΣΤΡ. ΚΟΡΑΚΑ 2)

ΧΑΡΤΗΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΩΝ ΑΠ' ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΩΡΑ ΣΕ ΚΑΘΕ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ

ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΚΑΙΡΟΥ

Επιστροφή στην Αρχική Σελίδα