ΑΝΑΣΤΑΣΗ 2016 ΣΤΗΝ ΛΙΜΝΗ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

28 Φεβ 2015

ΤΙ ΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ;

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ
Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης

Επιμέλεια: κ. Μιχαήλ Τσακιράκης
Θεολόγος - Εκπαιδευτικός

Άλλο πιστεύομεν εις τον Θεόν και άλλο πιστεύομεν τω Θεώ λέει ο Άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς. Άλλο το ένα κι άλλο το άλλο. Πραγματικά πιστεύω το Θεό σημαίνει ότι θεωρώ βέβαιες κι αληθινές τις επαγγελίες που μας έδωσε. Πιστεύω στο Θεό σημαίνει ότι φρονώ ορθώς για το Θεό. Πρέπει να έχουμε και τα δυο και να είμαστε αληθινοί και στα δυο και να συμπεριφερόμαστε αναλόγως ώστε να γινόμαστε πιστευτοί από τους άλλους που βλέπουν σωστά και πιστοί να είμαστε ενώπιον του Θεού στον οποίο απευθύνεται η πίστη μας και γι’ αυτό να δικαιωνόμαστε από το Θεό. Όπως λέει κι η ΠΔ για τον Αβραάμ: επίστευσε τω Θεώ και ελογίσθη αυτώ εις δικαιοσύνην –δηλαδή πιστεύσας εδικαιώθη, πώς; Έλαβε υπόσχεση ότι θα ευλογηθούν όλες οι φυλές του Ισραήλ. Κι έπειτα διατάχθηκε να θυσιάσει τον γιο του που ήταν ο μόνος δια του οποίου θα εκπληρωνότανε η υπόσχεση του Θεού. Κι αυτός χωρίς αντιμιλία έσπευσε να εκτελέσει τη θεία εντολή κι ενώ θεωρούσε τη θεία υπόσχεση έγκυρη και βέβαιη!
Αυτή είναι η πίστη που δικαιώνει λοιπόν. Και για σκεφτείτε ανάλογα και σε μας δεν υποσχέθηκε ο Κύριος κληρονομιά αιώνιας ζωής και τρυφής και δόξας κι έπειτα μας παράγγειλε να πτωχεύουμε, να νηστεύουμε, να ζούμε λιτά, ευτελώς και με θλίψη, να είμαστε έτοιμοι για θάνατο και να σταυρωνόμαστε μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες μας; Έτσι θα δείξουμε ότι είμαστε πιστοί και θα δικαιωθούμε από το Θεό αν σπεύδουμε σ’ αυτά και ταυτόχρονα πιστεύουμε στην επαγγελία του Θεού.
Και προσέξτε την ακολουθία των προτάσεων:  η αποδοχή της σφαγής του γιου του υπήρξε απόδειξη πίστεως αλλά και αίτιο της γεννήσεως του Χριστού από την ευλογημένη αυτή καταγωγή, αφού κατά κάποιο τρόπο ο Θεός όφειλε σ’ αυτόν που Του έδωσε το γιο του το μονογενή και γνήσιο γιό του δίνοντας κι Αυτός τον Υιό Του τον Μονογενή και γνήσιο Υιό. Για σκεφτείτε ότι και σε μας το ίδιο συμβαίνει: η χάρη των θείων εντολών, η σωφροσύνη και ταπείνωση και δικαιοσύνη για τις θείες εντολές και η υπομονή στις κακοπάθειες όπως κι μετάδοση των υπαρχόντων μας και η ταλαιπωρία με νηστείες και αγρυπνίες και η σταύρωσή μας έτσι είναι απόδειξη της αληθινής πίστεώς μας στις θείες επαγγελίες και καθιστά οφειλέτη τρόπον τινά το Θεό να μας αντιπροσφέρει την αιώνια κι άφθαρτη ζωή και δόξα και βασιλεία και τρυφή.
Τώρα εννοούμε τι ήθελε να μας πει όταν έλεγε μακάριοι είναι ο ι φτωχοί γιατί δική σας είναι η βασιλεία των ουρανών. Και μακάριοι οι πενθούντες και οι ελεήμονες και οι διωγμένοι για δικαιοσύνη και πάλι αλίμονο στους πλούσιους και στους γελαστούς και χορτάτους και στους κολακευόμενους από όλους! Πώς θα πει ότι πιστεύει κάποιος όταν αποβλέπει όχι στα μακαριζόμενα από τον Κύριο αλλά στα ταλανιζόμενα; Δείξε μου την πίστη σου από τα έργα σου… και όποιος είναι σοφός ας δείξει τα εργα του απ’την καλή του αναστροφή και συμπεριφορά!
Πιστεύουμε λοιπόν τω Θεώ και στο Θεό σημαίνει ότι πρώτον αναγνωρίζουμε αληθινές και βέβαιες τις θείες επαγγελίες αληθινά αλλά και τις απειλές Του και γρήγορα τις περιμένουμε να εκδηλωθούν και εύκολα αποδεικνύεται από τα καλά μνας έργα και την τήρηση των θείων εντολών και δεύτερον ορθά πιστεύουμε στο Θεό καλά και ασφαλώς και ευσεβώς φρονούμε για το Θεό αποδεικνύεται πάλι από τη συμφωνία με τους θεοφόρους Πατέρες μας. Πιστεύομε το Θεό αψευδώς προκαλεί σημαίνει αποφυγή των παθών, των παγίδων του εχθρού και των εμπαθών ανθρώπων που θέλουν να μας παρασύρουν και πιστεύουμε ορθά στο μόνο αληθινό Θεό σημαίνει ότι αποφεύγουμε και το κακό από άγνοια και υποβολή του εχθρού και τους δυσσεβείς ανθρώπους που κοιτάνε να μας καταστρέψουν. Πώς θα το κατορθώσουμε αυτό; Με τη βοήθεια του Θεού, των αγγέλων, τη γνώση και τους θεοσεβείς που ζουν κατά το θείο θέλημα.
Σήμερα η πνευματική μας κοινή μητέρα και τροφός η Εκκλησία γι’ αυτό ακριβώς κηρύσσει όσους έλαμψαν στην ευσέβεια και αρετή στις πανίερες οικουμενικές συνόδους και τα θεία δόγματα που διατύπωσαν σ’ αυτές αλλά κι αφετέρου αποκηρύσσει και μας οδηγεί στο να αποστραφούμε επισημότερα όσους είναι οπαδοί της δυσσέβειας και τα πονηρά τους διδάγματα και φρονήματα και μας οδηγεί εκ του ασφαλούς να ακολουθήσουμε τους ορθοδόξους και να πιστεύουμε σ’ ένα Θεό, Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα από τον οποίο και δια του οποίου έγιναν όλα και υπάρχει πριν από όλα και πάνω σε όλα και μέσα σε όλα μονάς εν τριάδι και τριάς εν μονάδι ασυγχύτως ενουμένη και αμερίστως διαιρουμένη μονάς η ίδια και τριάς παντοδύναμη! Όπως ακριβώς μας λέει το Πιστεύω, το σύμβολο της πίστεώς μας, Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα…
Και μια παρατήρηση αγαπημένη του αγίου Γρηγορίου φανερούται ου κατά την ουσίαν γιατί ποτέ δεν είδε ούτε αποκάλυψε τη φύση του Θεού αλά κατά τη χάρη και δύναμη και ενέργεια κοινή Πατρός, Υιού και Πνεύματος Αγίου γιατί ίδιο στο καθένα από αυτά είναι η υπόστασή του και τα υποστατικά γύρω από αυτή παρατηρούμενα… κοινά τους δεν είναι μόνο η αφανέρωτη και υπερώνυμη και αμέθεκτη ουσία αλλά και η χάρη και δύναμη και ενέργεια και λαμπρότητα και βασιλεία και αφθαρσία κι όλα εκείνα δια των οποίων κοινωνεί κι ενώνεται κατά χάρη με τους αγίους αγγέλους και ανθρώπους ο Θεός χωρίς να εκπίπτει από το ενιαίο και την απλότητα ούτε εξαιτίας του μεριστού και φ]διαφόρου των υποστάσεων ούτε εξαιτίας του μεριστού και ποικίλου και θείων δυνάμεων και ενεργειών. Έτσι πιστεύουμε στον ένα Θεό, τρισυπόστατη και παντοδύναμη θεότητα και ανακηρύσσουμε αυτούς που με τέτοια πίστη ευαρέστησαν το Θεό κι αντίστροφα τους άλλους απορρίπτουμε γιατί δεν πιστεύουν όμοια ή εγκαινίασαν αίρεση ή ακολούθησαν έως τέλους τους αρχηγούς της…
Αλλά προσέξτε: το μεγάλο πλήθος των αμαρτιών διαπράττεται δια της δυσσεβείας  όπως μας λέει κι ο απόστολος των εθνών επειδή δεν φρόντισαν να επιγνώσουν το Θεό κι ενώ γνώρισαν το Θεό δεν τον δόξασαν ούτε τον σεβάστηκαν ως Θεό τους παρέδωσε ο Θεός σε διάπραξη ανεπίτρεπτων γεμάτους αδικίες και πορνείες και πλεονεξίες και παρόμοια… πολλά τα σχετικά παραδείγματα ανθρώπων που με την αμαρτία εισήγαγαν τη δυσσέβεια. Πίστη χωρίς έργα νεκρή και ανενέργητη και έργα χωρίς πίστη μάταια και άχρηστα.

Εισάγονται πονηρά πάθη δι’ αλλήλων με τη δυσσέβεια αλλά και μοιαζουν μεταξύ τους: ο προπάτορας έκανε ανυπακοή στο Θεό και πίστεψε στο κακό κι έφαγε από το μόνο που του είχε ζητηθεί να αποφύγει. Κι εμείς μερικές φορές προτιμάμε τις δυσσεβείς διδασκαλίες ενώ όλα όσα είναι ο Θεός θα είναι και ο θεωμένος με τη χάρη χωρίς την ταυτότητα και ουσία… Γι’αυτό σήμερα η χάρη του Αγίου Πνεύματος στο σεπτό καιρό της νηστείας και ενάρετης ασκήσεως συνδύασε την ανακήρυξη των ορθοτομούντων το λόγο της ευσεβείας και την αποκήρυξη όσων δε διάλεξαν την ορθοδοξία ώστε κι εμείς να σπεύδουμε και πίστη με έργα να επιδείξουμε και κέρδος κόπων να αποκτήσουμε με την πίστη μας.

Αγαπώ άρα υπάρχω (Μέρος Ζ΄)

Του Πρωτ. Γεωργίου Ατσαλάκη
Γεν. Αρχιερατικού Επιτρόπου
Ι. Μητροπόλεως Πέτρας & Χερρονήσου

Όλα τα έργα του Ντοστογιέφσκυ τα διαποτίζει η ιδέα του Θεού και της αθανασίας, του πόνου και της  αγάπης. Θα δούμε από το ωραίο βιβλίο του Ρώσου φιλοσόφου Μπερδιάγεφ, «το πνεύμα του Ντοστογιέφσκυ», ένα απόσπασμα, που ερμηνεύει με τον πιο αυθεντικό τρόπο τον μεγάλο Ρώσο συγγραφέα:
«Ο Χριστιανισμός για τον Ντοστογιέφσκυ είναι η θρησκεία της αγάπης. Ο Ντοστογιέφσκυ μπόρεσε να ερμηνεύσει σωστά το χριστιανικό πνεύμα. Στη διδασκαλία του στάρετς Ζωσιμά και στις θρησκευτικές απόψεις που διασπείρονται στα έργα του, μπορεί κανείς να νιώσει έντονα, την παρουσία του ευαγγελιστή Ιωάννη. Ο ρωσικός Χριστός είναι προπαντός άλλου, ο κήρυκας της απεριόριστης αγάπης. Ο Ντοστογιέφσκυ κατέληξε στο αξιοπρόσεκτο συμπέρασμα, ότι η αγάπη προς τον συνάνθρωπο μας, μπορεί να είναι αγάπη αθεϊστική και όχι αγάπη χριστιανική.
Με μια καταπληκτική προφητική  δύναμη ο Ντοστογιέφσκυ, παρουσιάζει το ουτοπικό όραμα του επίγειου παράδεισου για το μέλλον της ανθρωπότητας. Στην ευτυχισμένη κατάσταση ενός γήινου παράδεισου, οι άνθρωποι θα αγαπιόνται και θα αγκαλιάζονται μεταξύ τους, γιατί απέρριψαν  την ιδέα του Θεού και της αθανασίας. «Αγαπητέ μου φίλε», λέγει ο άθεος Βερσίλοφ προς τον Έφηβο, «η μάχη έχει πια τελειώσει και ο αγώνας σίγασε. Οι άνθρωποι έμειναν μόνοι, χωρίς Θεό, όπως το είχαν επιθυμήσει.
Η παλιά μεγάλη ιδέα του Θεού τους εγκατέλειψε. Η μεγάλη πηγή δυνάμεως που τους είχε τόσο καιρό θρέψει και τους είχε ζεστάνει, στέρεψε και χάθηκε. Έφθασαν οι άνθρωποι στην τελευταία μέρα. Κι ένιωσαν ξαφνικά ότι είναι  μόνοι, μέσα σε μια έρημη ορφάνια.
Οι ορφανευμένοι άνθρωποι θα συνδεθούν τώρα πιο στενά και πιο τρυφερά. Θα πιαστούν από το χέρι και θα καταλάβουν ότι είναι πια ολομόναχοι στον κόσμο, χωρίς την ιδέα του Θεού και της αθανασίας,  που θα σπεύσουν να την αντικαταστήσουν. Τότε όλο το ξεχείλισμα της αγάπης, που το σκορπίζανε άλλοτε σπάταλα για το Θεό και την αθανασία, θα το διαθέσουν μόνο για τη φύση, για  τον κόσμο, για τον άνθρωπο, για τον κάθε μικρό σπόρο της ζωής.
Θα μάθουν να αγαπούν τη γη και τη ζωή με μέτρο και χωρίς επιφύλαξη και όταν θα συνειδητοποιήσουν ότι είναι φθαρτοί και θνητοί, θα νιώσουν και θα ασκήσουν μια ιδιαίτερη αγάπη μεταξύ τους, διαφορετική από την περασμένη. Θα δουλεύει ο ένας για τον άλλο και θα δίνει το μερίδιο του στον πλησίον, νιώθοντας έτσι την πιο μεγάλη ευτυχία. Κάθε παιδί θα αισθάνεται ότι ο κάθε άνθρωπος πάνω στη γη είναι ο πατέρας του και η μητέρα του. Κι όταν είναι να πεθάνουν θα αναλογίζονται, ότι  όλοι οι υπόλοιποι θα μείνουν κι ύστερα απ’ αυτούς τα παιδιά τους. Και με τη σκέψη αυτή,  θα αντικαθιστούν την ελπίδα της αιώνιας ζωής.
Έτσι λοιπόν- συνεχίζει ο άθεος Βερσίλωφ -θα σπεύσουν να αγαπηθούν περισσότερο οι άνθρωποι, για να σβήσουν τον τραγικό πόνο του χωρισμού τους από το Θεό. Θα είναι υπερήφανοι και θαρραλέοι απέναντι στους εαυτούς τους, αλλά διακριτικοί απέναντι στους άλλους. Ο καθένας θα φροντίζει με φόβο για τη ζωή και την ευτυχία του άλλου. Θα είναι τρυφεροί στις σχέσεις τους και δεν θα ντρέπονται γι’ αυτό- όπως τώρα- και θα δίνουν μεταξύ τους φιλήματα, όπως ακριβώς τα παιδιά. Κάθε φορά που θα συναντιόνται θα κοιτάζονται με ένα βλέμμα γεμάτο στοργή και τρυφερότητα. Και σ’ αυτό το βλέμμα θα υπάρχει αγάπη και φροντίδα».
Μ’ αυτά τα καταπληκτικά λόγια  ζωγραφίζει ο Βερσίλωφ την εικόνα της αθεϊστικής αγάπης, που είναι αντίθετη προς  τη χριστιανική αγάπη.  Στην αθεϊστική αγάπη δεν βλέπομε τη ζωή που ξεπηδά από το νόημα της ύπαρξης, ούτε κατευθύνεται στην ελπίδα της αιώνιας ζωής, αλλά προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τις φευγαλέες στιγμές. Είναι μια φανταστική ουτοπία. Σε μια ανθρωπότητα που βασίζεται στην αθεΐα, τέτοια αγάπη δεν θα υπάρξει ποτέ.
Μια αθεϊστική ανθρωπότητα οδηγεί στην απανθρωπία, στην αυτοκαταστροφή, στη μεταβολή του ανθρώπου σε ένα απλό όργανο.  Αληθινή αγάπη υπάρχει μόνο στη σχέση Θεού και ανθρώπου. Έτσι μόνο θεμελιώνεται η αδελφική  αγάπη που αποκαλύπτει και υψώνει στην αιώνια ζωή το πρόσωπο του ανθρώπου. Αυτή η αγάπη συνδέεται με την αθανασία του ανθρώπου και τη βεβαιότητα της αιώνιας ζωής. Η αληθινή αγάπη είναι συνδεμένη με την προσωπικότητα του ανθρώπου και η προσωπικότητα με την αθανασία. Η αθεϊστική αγάπη είναι ξένη προς τη ζωή του Θεού και την αθανασία.
                      Συνεχίζεται...


22 Φεβ 2015

ΠΩΣ ΘΑ ΝΗΣΤΕΥΩ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ;

Κυριακοδρόμιο Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά
Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης

Του κ. Μιχαήλ Τσακιράκη
Θεολόγου - Εκπαιδευτικού

Πολυμήχανος και πολυτροπότατος στην κακία και με κάθε επιδεξιότητα έρχεται ο νοητός και αρχέκακος όφις. Μπορεί να εμποδίσει την αγαθή μας προαίρεση και πράξη μόλις αρχίσει ή όταν βρίσκεται σε εξέλιξη ή κι όταν ακόμα κοντεύει να τελειώσει ή και να την αφανίσει και να την καταστήσει ανωφελή και επιζήμια ακόμα-ακόμα για τους απρόσεκτους. Αρχίζει λοιπόν με την υποβολή ότι είναι κάτι επίπονο, δυσκατόρθωτο ή και αδύνατο να πραγματοποιήσουμε –αν θυμηθούμε τα λόγια του Κολοκοτρώνη για την έναρξη του Αγώνα της Εθνικής μας Ανεξαρτησίας θα εννοήσουμε πολλά. Μας οδηγεί επομένως στη ραθυμία και απελπισία ή ακόμα γεννά και απιστία ότι όλα όσα μας υποσχέθηκε ο Κύριος δε θα έρθουν. Μόνο με ψυχική ανδρεία θα υπερνικήσουμε αυτή την παγίδα και με συνακόλουθη προθυμία και πίστη, αφού ούτε η γη καρπίζει χωρίς μόχθο ούτε η ψυχή χωρίς αγώνα πνευματικό θα λάβει θεοφιλές και σωτήριο όφελος. Μόνο κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία ξεφεύγουμε από το προπατορικό αμάρτημα, και το ακούσιο αυτό προσόν ας κάνουμε εκούσια προσφορά στο Θεό, αντί των προσκαίρων τα αιώνια κι αντί των δεινών τα χρηστά, αντί των κόπων εδώ την άνεση εκεί όπου μας έχει υποσχεθεί ο Κύριος ως μόνος αξιόπιστος κι έτοιμος βοηθός στους; Αγωνιστές της αρετής. Υπάρχει κάτι ακατόρθωτο σ’ όποιον έχει το Θεό βοηθό;
Αλλά πάλι το καλό δεν είναι καλό αν δε γίνει καλά προσπαθεί ο πονηρός να μας καταστρέψει το θεάρεστο τρόπο τελέσεως του καλού με τη σύγχυση του επαίνου εκ Θεού και των ανθρώπων στερώντας μας έτσι τη θεία μισθαποδοσία. Αρκεί να τον διαψεύσουμε ακυρώνοντας την ανθρωπαρέσκεια και στοιχώντας στο θείο θέλημα. Τέλος έρχεται κι ο εγωισμός κι η υπερηφάνεια να καταστρέψει όλο το έργο ύπουλα αν σκεφτούμε ότι πραγματοποιήσαμε κάτι μόνοι μας ενώ ισχύει το χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν(Ιω,15,5). Αν πάλι χορταίνουμε και μεθάμε όχι με φαγητό και ποτό αλλά με μίσος και μνησικακία πάλι χάνουμε τας πάντα και ας νηστεύομε με αγάπη και συγχωρητικότητα. Μόνο η αρμόζουσα ταπείνωση σώζει και πάλι κρατώντας το πολύτιμο αυτό μύρο για τον Κύριο μακριά από απραξία και πονηρία… πώς εφαρμόζονται όλα αυτά στη νηστεία; Ακούστε.
Μας θυμίζει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς να θυμηθούμε πρώτα το Φαρισαίο εκείνο που νήστευε αλλά η υπερηφάνεια του δεν τον ωφέλησε επειδή περιείχε και την κατάκριση. Όμως αυτό δε σημαίνει ότι δεν ωφελεί η νηστεία που κι ο ίδιος ο Κύριος έδειξε. Κι όπως ο Μωυσής ανυψώθηκε στην ΠΔ έτσι κι ο Κύριός μας στην ΚΔ αλλά με μια βασική διαφορά ο ένας ανέβηκε στο όρος ενώ ο άλλος μας ανεβάζει στους ουρανούς.
Ο ένας 40 μέρες νήστεψε κι είδε το Θεό δι’ αινιγμάτων κ.ο.κ. Κι έμαθε και δίδαξε για το Δημιουργό του παντός αφού η ύλη δεν προϋπήρχε. Πάντα εν σοφία εποίησεν!  Και τέλος πάντων ο άνθρωπος που αξιώθηκε μεγαλύτερης τιμής και πρόνοιας και πριν πλαστεί και μετά την πλάση αφού όλος ο κόσμος έγινε γι’ αυτόν πριν απ αυτόν όπως κι βασιλεία των ουρανών από καταβολής κόσμου παίρνοντας την ψυχή που δεν έχουν τα ζώα, ως δεκτικός και αποδεικτικός του Θεού και κάτοικος του Παραδείσου όπου είχε θεία θέα και ομιλία αυτοπροσώπως του Θεού με εντολή τη νηστεία που αν την κρατούσε θα κρατούσε διαπαντός αθανασία και ακάματο και αλυπία.
Κι όμως άλλα προτίμησε ο  άνθρωπος εκείνος αντί τη συμβουλή και εντολή την επιβουλή του πονηρού εκουσίως και κατέλυσε τη νηστεία. Αντί της αιωνιότητας το θάνατο προτιμώντας και αντί του τόπου της άφθαρτης τρυφής τον τόπο της αμαρτία τον πολύπαθο και πολυσυμφορότατο ή μάλλον καλύτερα να πούμε τον Άδη ως κατάδικος του σκότους του όπου εκεί στα καταχθόνια θα διέμενε η φύση μας για πάντα εξαπατημένος αν δεν ερχόταν ο Χριστός που άρχισε πάλι τη νηστεία και κατάργησε την τυραννία ελευθερώνοντάς μας και αναζωοποιώντας μας ο ελευθερωτής των ψυχών ημών και ολόκληρου του ανθρωπίνου γένους ο Λύτρωτής του κόσμου.
Κι άλλοι στην ΠΔ προτύπωσαν το σωτήριο έργο του Ιησού γιατί κι αυτοί με τη νηστεία προείδαν τον Ιησού μας ότι  Πνεύμα ο Θεός και τους προσκυνούντας Αυτόν εν Πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν Αυτόν… αυτοί πάλι προτύπωσαν με τη νηστεία την Ανάληψη του Κυρίου. Ο ίδιος ο Κύριος με τη νηστεία νίκησε κατά κράτος τον κοινό πειραστή, κατέλυσε τη δύναμή του κατά των ανθρώπων και καθήρεσε την τυραννίδα του, ελευθέρωσε τη φύση μας καταντώντας τον παίγνιο σε όσους βιώνουν κατά Χριστό και το Ευαγγέλιό Του με χάρη και αλήθεια αποδεικνύοντας έμπρακτα όλα αυτά.
Αλλά και με την αντίθεση μπορεί κανείς να κατανοήσει την ωφέλεια της νηστείας, αφού η αδηφαγία και η ακρασία που προηγείται της νηστείας συνηθίζεται να συνοδεύεται από ταραχές, κραυγές, μάχες, θορύβους, άσματα αναιδή και χορούς και γέλωτες σατανικούς. Όλα τα μετέτρεψε στο σεμνότερο η νηστεία από την απλή λιτότητα και οικονομία φροντίδων ματαιότητας και αταραξία αποφυγής κοιλιοδουλίας ως τη επίτευξη της επιδίωξης της βρώσεως ου της απολλυμένης αλλά της μενούσης εις ζωήν αιώνιον! Μακριά τώρα τα σφαχτά κα τα καρυκεύματα και ποικίλα εφευρήματα των κοιλιοδούλων, και οι φωνές κι οι τράπεζες κι οι συνεστιάσεις κι οι παρακαθήμενοι κι οι άσεμνες μουσικές και τα ξενύχτια κι οι μέθες οι ολοήμερες και νυχτερινές κι οι συνακόλουθες αισχρουργίες.  Αντ’ αυτών οι ιερές υμνωδίες και τα κατανυκτικά δάκρυα κι ο δρόμος της εκκλησίας αφού η νηστεία είναι η ρίζα όλων των αρετών και αρχή των θείων εντολών.

Η ακρασία παλιό και νέο κακό κι ας μην προηγείται της νηστείας ούτε χρονικά. Αλλ’ εξαιτίας της ακρασίας και υπεροψίας των προγόνων μας στον Παράδεισο από τη νηστεία εισήλθε ο θάνατος και βασίλεψε η αμαρτία κι η συνακόλουθη καταδίκη της φύσεώς μας από Αδάμ έως Χριστού, κατακλυσμός και πυρ εξ ουρανού, σαρκικές αμαρτίες από γαστριμαργία, και παρά φύση ζωή όπως η απλή αποβολή των πρωτοτοκίων και η απώλεια της πατρικής ευχής, κι η ειδωλολατρία κοκ. Η τρυφή προξενεί επομένως αμαρτία αλλά και ασέβεια και αντιθέτως η νηστεία κι η εγκράτεια αρετή και θεοσέβεια που έρχεται με σταθερή πλέον τη μετάνοια και σωτηρία αφού καρδία συντετριμμένη μας κάνει πιο προσεκτικούς. Ανακεφαλαιώνοντας λοιπόν ας προσέξουμε τις μηχανές του εχθρού που εξουδετερώνουν και τη νηστεία: μνησικακία, μίσος, αδιαλλαξία, ανθρωπαρέσκεια, καταλαλιά, σκληροκαρδία, υπερηφάνεια, ακαθαρσία, υπόκριση. Προσευχή και νηστεία, προσευχή εν παντί τόπο στο σπίτι και στην εκκλησία και παντού, γιατί η προσευχή αν γίνεται μόνο στην εκκλησία πλανόμαστε κι ούτε εκεί υπάρχει αν δεν υπάρχει και στο δρόμο και στις αγορές και παντού με τα χείλη και τη διάνοια, με την ανάσα μας και την καρδιά μας. Νηστεία και προσευχή, νηστεία ψυχοσωματική και ελεημοσύνη ας μη μας λείψουν. κι ο Πατήρ σου λοιπόν ο βλέπων εν τω κρυπτώ αποδώσει σοι εν τω φανερώ. Προσέξτε: ο πλούσιος του ευαγγελίου έλεγε φάε, πιες, καλοπέρασε, και αξιώθηκε αιώνιας καταδίκης και πυρός, ανάξιος ακόμα και της παρούσας ζωής, ενώ μπορούμε με τη θεία χάρη να νηστεύουμε εγκρατευόμενοι σε όλα, γρηγορούντες και συστελλόμενοι, ταπεινοί και δίνοντας λίγα για τη σωτηρία μας περνώντας και την παρούσα ζωή καλώς και θεοφιλώς και την αιώνια ευζωία κληρονομώντας. Αυτήν ας πετύχουμε όλοι με τη θεία χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ω πρέπει πάσα δόξα, κράτος, τιμή και προσκύνησις συν τω Ανάρχω Αυτού Πατρί και τω Ζωοποιώ Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

Αγαπώ άρα υπάρχω (Μέρος Στ΄)

Του Πρωτ. Γεωργίου Ατσαλάκη
Γεν. Αρχιερατικού Επιτρόπου
Ι. Μητροπόλεως Πέτρας & Χερρονήσου

Ο Γιωργής βέβαια ήταν ερωτευμένος με την Αρχόντω. Μυστικός ο έρωτας του αλλά δυνατός. Πάντα ήλπιζε ότι η Αρχόντω θα γίνει γυναίκα του. Τώρα καταλαβαίνει ότι την κοπέλα που τόσο θαύμαζε και αγαπούσε την παντρεύουν. «Ω τύχη και πρόνοια! Ω βουλαί ανθρώπων υποβολιμαίαι! Του Αχιτόφελ βουλαί!» Τι να σκεφθεί! Τι να πει; Πώς να αρθρώσει λόγο; Ήθελε ν’ αρχίσει να πει τα πάθη του τραγούδια.
Τα γλυκοχαράματα άρχισαν να κουβαλούν τα πράγματα   της νύφης στη βάρκα του Γιωργή. Σιγά-σιγά άρχισαν να έρχονται οι καλεσμένοι του γάμου που συνόδευαν τη νύφη. Σκεφτόταν να σηκωθεί… να τρέξει…Ν’ αρπάξει τη νύφη μέσα από τα χέρια τους. Η γριά μάνα της θα τον σκίσει με τα νύχια της…Αυτός θα την αρπάξει από το λαιμό να την πνίξει…Οι καλεσμένοι θα του ριχτούν…Αυτός θα τους κυνηγήσει…Οι γυναίκες θα βάλουν τις φωνές…Όμως δεν σηκώθηκε. Δεν έτρεξε. Δεν ήταν πια καιρός. Ο μικρός εφιάλτης τον είχε προδώσει.
Δεν ήταν πια ψέμα. Ήταν αλήθεια. Ο Γιωργής έπλεε με τη βάρκα του και μετέφερε την Αρχόντω που αγαπούσε, με τη μητέρα της και με το γαμπρό, την ώρα της αυγής. Τη μετέφερε στα χωριά του γαμπρού, στα σπίτια του και τα νοικοκυριά του.
Ο Γιωργής έβλεπε το γαμπρό και του φαινόταν σαν «όρνεο» που είχε έρθει από ξένο τόπο για να αρπάξει την περιστέρα του! Του ερχόταν να του πει: «παλαίβομε μπάρμπα;»
Του ερχόταν να συγχαρεί τη γριά μάνα της νύφης για το γάμο της, προσποιούμενος ότι πίστευε, ότι αυτή ήταν η νύφη, γιατί η ηλικία του γαμπρού ταίριαζε, για να είναι σχεδόν, πατέρας της νύφης. Του ερχόταν  να συγχαρεί τη νέα, γιατί μετά από τόσα χρόνια ορφάνιας, είχε αποχτήσει τάχα, δεύτερο πατέρα.
Έπειτα του ήρθε να πει στο γαμπρό, δείχνοντας τη θάλασσα: «Παραβγαίνομε στο κολύμπι;» Ο γαμπρός ήταν χερσαίος. Θα πήγαινε ως μολυβήθρα στο βυθό, με τα χωράφια του, με τα σπίτια του, με τα καλά του.
Ο αέρας δυνάμωνε. Μπορούσε να δυναμώσει αρκετά, ώστε ν’ αναποδογυρίσει τη βάρκα. Με μικρή ανεπιτηδειότητα του καπετάνιου στο τιμόνι, μ’ ελαφρά απροσεξία του Γιωργή στο πανί και όλα θα έπλεαν στη θάλασσα. Ο γαμπρός θα πήγαινε μολύβι στον πάτο, αθαλάσσωτος άνθρωπος. Τη γριά ας τη γλύτωνε ο καπετάνιος.  Ο Γιωργής θα γλύτωνε την Αρχόντω κολυμπώντας.
Ο Γιωργής μπορούσε με το χέρι του να βιάσει το πανί και με το πόδι του να βγάλει τον πύρο της βάρκας. Μ’ ένα χτύπημα του ποδιού του, μπορούσε να στείλει στον άλλο κόσμο τρεις ψυχές. Σκέφτηκε να μη βουλιάξει τη βάρκα, γιατί με βουλιαγμένη βάρκα σωθήκανε πολλοί, που δεν γνώριζαν κολύμπι. Με αναποδογυρισμένη όμως βάρκα, πολλοί και καλοί κολυμβητές χάθηκαν. Δεν θα βούλιαζε λοιπόν αλλά θα αναποδογύριζε τη βάρκα.
Θα έβλεπε ευχάριστο θέαμα. Τον καπετάνιο να κολυμπά σαν φώκια. Το γαμπρό να πηγαίνει στον πάτο της θάλασσας, χωρίς τα σπίτια του, χωρίς τα χωράφια του και τα υπάρχοντα του. Η γριά μόλις θα πρόφτανε να κάμει τον τελευταίο της σταυρό κι αυτός θα έπιανε   την Αρχόντω από το βραχίονα…από τη μασχάλη…και θα   έπλεε και θα κολυμπούσε μαζί της. Για μια φορά θα γινόταν  γλυκιά η πικρή και αλμυρή θάλασσα.
Έπλεε με το δεξί του χέρι και σφιχταγκάλιαζε τη νέα με το αριστερό. «Μη φοβάσαι αγάπη μου!» «Τώρα, τώρα, φτάσαμε ψυχή μου». «Ζαλίστηκες ψυχή μου; Όλα καλά τώρα. Δεν πνίγηκε κανείς, αφού γλύτωσες εσύ».
Θα έπεφταν αφανισμένοι, μισοπνιγμένοι, στάζοντες θάλασσα, πάνω στην άμμο. Αναπλασμένοι. Αναβαπτισμένοι. Νέος Αδάμ και νέα Εύα.  Με χιτώνες θαλασσοβρεγμένους, περισσότερο παρά γυμνοί.
«Εκεί στο βράχο είναι μια σπηλιά. Πήγαινε εκεί μέσα, αγαπημένη μου, να αλλάξεις. Να στεγνώσεις. Θα σου φέρω εγώ φύλλα απ’ όλα τα δέντρα του δάσους, αγάπη μου να σκεπαστείς».
Όμως,  αναποδογύρισε ο Γιωργής τη βάρκα; Έπνιξε τους επιβάτες; Έσωσε την Αρχόντω;  
Δεν την αναποδογύρισε! Δεν τους έπνιξε. Λίγο ακόμη ήθελε για να το κάμει αλλά, αυτό το λίγο έλειψε.
Την τελευταία στιγμή είδε νοερά οπτασία, εναέρια παλλόμενη, τη μορφή της μητέρας του. Τραβούσε τα μαλλιά της, έκλαιγε και του έλεγε: «Αχ παιδί μου! Τι είναι αυτό που πας να κάμεις;»
Έκαμε κρυφά το σημείο του σταυρού πάνω στην καρδιά του, από μέσα από το πουκάμισο του. Και είπε τρεις φορές το: «Κύριε Ιησού Χριστέ», που του το είχε μάθει, όταν ήταν μικρός η μητέρα του. Είπε: «Ας πάει η φτωχή να ζήσει με τον άντρα της. Με γεια της και με χαρά της»
Κατέστειλε το πάθος. Ηρέμησε έκλαψε και φάνηκε ήρωας στον έρωτα του. Έρωτα χριστιανικό, αγνό! Έρωτα  ανοχής και φιλανθρωπίας.

συνεχίζεται... 

12 Φεβ 2015

Ωφελεί το ΦΙΛΟΠΤΩΧΟ;

Του κ. Μιχαήλ Τσακιράκη
Θεολόγου - Εκπαιδευτικού


C:\Users\Michalis\Pictures\deytera_paroysia.jpg



Με την παραβολή του σεσωσμένου ασώτου η Εκκλησία μας έδωσε μέσα από την ιεροσύνη και τα μυστήρια που τελούν οι καλοί ιερείς μας τον τρόπο και τον τύπο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους αφού οι δούλοι στους οποίους απευθύνεται ο Πατέρας δεν είναι άλλοι από τους ιερείς όπως αναφέρει κι ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς σε σχετική ομιλία του και όπου τα μυστήρια αποτυπώνονται χαρακτηριστικά ως βάπτισμα –στολή- και εξομολόγηση –νέα στολή για τον άλλοτε άσωτο ώστε να σωθεί- και ακολούθως θεία κοινωνία –ο μόσχος ο σιτευτός- το σώμα και το αίμα του Χριστού μας…κι όλα αυτά γιατί στην πίστη μας δεν αρκεί το Ευαγγέλιο και η μετάφρασή του αλλά ο Κύριος θέλει πάντα άνθρωπον σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν ώστε ζωήν αιώνιον κληρονομήσαι. Η σωστή ερμηνεία και εφαρμογή του Ευαγγελίου είναι επομένως εκ των ων ουκ άνευ και δεν αρκεί μια καλή μετάφραση του κειμένου του ευαγγελίου ή οποιαδήποτε τέτοια.
Την περασμένη Κυριακή λοιπόν είδαμε πώς η απέραντη φιλανθρωπία του Θεού προς όλους μας έδωσε τη σωτηρία μας αλλά σήμερα θυμίζει περισσότερο μια απλή αλήθεια που εικονίζεται και στους ορθόδοξους ναούς μας και στην τέχνη της ζωγραφικής – αγιογραφίας: κανονικά υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος και τόπος για την απεικόνιση των θεμάτων της πίστεώς μας και ασφαλώς οι άγιοι μας οδηγούν και σ’ αυτό. Ο ιερός τούτος χώρος μοιάζει με τους αρχαίους ναούς αλλά εδώ δεν κατοικεί το άγαλμα ενός κάποιου «θεού» και οι πιστοί δεν προσέρχονται έως το κατώφλι για να θυσιάσουν ζώα και να προσφέρουν αιματηρές θυσίες στο «θεό» αυτό κάτι που είχαν παρατηρήσει ως άκομψο οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες και μάλιστα με τη θεωρία του σπερματικού λόγου κάποιοι απ’ αυτούς και κάπως ως εν αινίγματι εν εσόπτρω είδαν και προείδαν πολλά. Επί του θέματος σήμερα αρκεί να πούμε ότι κανονικά εικονίζεται ο Παντοκράτωρ στην είσοδο του ναού μας έχοντας γλυκύτατη μορφή –όπως λ.χ. στον ιστορικό ναό του Οσίου Λουκά, οκταγωνικού ρυθμού- και πάλι μέσα στον ιερό ναό στον τρούλο που μας θυμίζει τον ουρανό έρχεται να στολίσει η ίδια μορφή του Παντοκράτορα αλλά με μια βασική διαφορά: ο πρώτος όπως ερχόμαστε εδώ μας περιμένει με το ευαγγέλιο ανοιχτό να δούμε με τα μάτια της ψυχής την αλήθεια και να την εφαρμόσουμε βιωματικά ώστε να αξιοποιήσουμε τα χαρίσματά μας προς δόξαν Θεού, όπως έκαναν κι όλοι άλλωστε οι άγιοί μας και οι δίκαιοι ανά τους αιώνες και έως της συντελείας. Μέσα στο ναό όμως ο Θεός εικονίζεται στον τρούλο ως ο Κριτής και το ευαγγέλιο είναι πλέον κλειστό γιατί άραγε; Ας παρακολουθήσουμε το σημερινό ευαγγέλιο και θα καταλάβουμε τα πάντα.
Έλεον και κρίσιν άσομαί Σοι Κύριε. Άπαξ ελάλησα, δυο ταύτα ήκουσα, ότι το κράτος του Θεού και Σου Κύριε το έλεος ότι Συ αποδώσεις εκάστω κατά τα έργα αυτού. Το έλεος λοιπόν προηγείται σαφέστατα όπως και η μακροθυμία της θείας κρίσεως. Έχοντας ο Θεός όλες τις αρετές κι επειδή δε συμβαδίζει το έλεος με τη  κρίση ευλόγως κατένειμε το καθένα στον καιρό του. Τον παρόντα καιρό όρισε για μακροθυμία και τον μέλλοντα για ανταπόδοση. Τη συγγνώμη μέσω της εξομολογήσεως και της διορθώσεως του κακού στη ζωή μας λαμβάνουμε απ’ εδώ γιατί κακό ανεπίστροφο λέει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης δε συγχωρείται κι αν πέσουν πάνω στον αμαρτωλό όλα τα πετραχήλια του κόσμου εφόσον δεν επιστρέφει ό, τι αδίκησε αρμοδίως –όπως ορίζει η εκκλησία μας κι ο πνευματικός μας πατέρας…όσοι από μας έχουν υπόψη τους το αμάρτημα της μητρός μου του μεγάλου νεοέλληνα πεζογράφου και ιστορίες απλών ανθρώπων επ’ αυτού καταλαβαίνουν πολλά γιατί το κακό δεν ευλογείται. Ας σπεύσουμε εδώ λοιπόν να λάβουμε συγγνώμη για τις αμαρτίες μας, να τις επανορθώσουμε, για να λάβουμε και το αιώνιο έλεος και να καταστούμε άξιοι της θείας φιλανθρωπίας. Γιατί αυτή η κρίση η τελευταία είναι ανελέητη γι’ αυτόν που δεν έδειξε έλεος.
Η απερίγραπτη ευσπλαχνία του Κυρίου στο προηγούμενο μόλις Ευαγγέλιο το πασίγνωστο και απλό του Ασώτου σήμερα δίνει τη θέση του στη Β΄ Παρουσία του Χριστού και τη φρικωδέστατη κρίση όπως και για όλα που θα προηγηθούν απορρήτως ά οφθαλμός ανθρώπου ουκ είδε και ούς ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη …αν είναι αμέτοχη θείου Πνεύματος γιατί υπερβαίνουν την ανθρώπινη αίσθηση, το λόγο και το νου. Να πούμε τι θα προηγηθεί ως απλούστερο όπως το επέλεξε για τη σύμμετρη δυναμικότητά μας ο ίδιος ο Θεός: αστραπή, νεφέλες, σάλπιγγες, θρόνος και τα όμοια εισάγονται για να περιμένουμε καινούργιους ουρανούς και γη αφού τα παλιά θα αλλοιωθούν. Όσοι είμαστε συνετοί αναστενάζουμε μόνο και που τα ακούμε όλα αυτά, αλλά για σκεφτείτε τι θα γίνει τότε που θα πραγματοποιούνται όλα αυτά που μας λέει ο Κύριός μας και Θεός μας; Είμαστε εμείς άξιοι σε συναναστροφές και ευσέβεια για να προσδοκούμε τη Β΄ Παρουσία; Ρητορική η ερώτηση και αφελής. Και για σκεφτείτε τον Αντίχριστο που θα προηγηθεί με τη σκληρή παρουσία του που θα επηρεάσει κάποιους πιστούς και αν δεν συντόμευε ο Θεός τις μέρες του δε θα σωζόταν κανένας (Ματθ.24,22 και Μάρκ.13,20)! Γι’ αυτό πάλι ο ίδιος μας παραγγέλλει αγρυπνείτε, έχετε την καλή ανησυχία που λέει κι ο π. Παϊσιος, παρακαλώντας διαρκώς να αξιωθείτε να ξεφύγετε όλα όσα πρόκειται να συμβούν ώστε να σταθείτε ενώπιον Υιού του ανθρώπου.
Όλα αυτά είναι υπερβολικά φρικώδη αλλά για όσους είναι και άπιστοι ή άδικοι τους περιμένει ακόμα χειρότερη αντιμετώπιση τις μέρες εκείνες: τότε θα κλάψουν όλες οι φυλές της γης (Ματθ.24,30), εννοώντας όσους απειθάρχησαν στον ελθόντα εκ των ουρανών, που δεν επικαλούνται και δεν αναγνωρίζουν τον ουράνιο Πατέρα μας ούτε ανεβάζουν το γένος τους με έργα αρμόδια προς Αυτόν. Σαν την παγίδα η ημέρα εκείνη για όσους κάθονται πάνω στη γη, και με την παρομοίωση αυτή δείχνει τι αναμένει όσους ζουν στην  κραιπάλη και μέθη, με τις τρυφές και βιοτικές μέριμνες προσηλωμένοι στη γη και τα γήινα στα φαινόμενα και τα αισθητά λαμπρά τη δόξα, τον πλούτο και την ηδονή. Πρόσωπο εννοεί το χαρωπό και κάθονται επίμονη και ενδόμυχη προσήλωση. Φωτιά θα πάρουν οι άνομοι και αμαρτωλοί έως τέλους και δε θα βρίσκεται κανείς να τη σβήσει.
Αλλά κοιτάξτε αντίθεση: εσείς μη φοβάστε, οι χριστιανοί που ζείτε πνευματική ζωή κοντά στους καλούς μας ιερείς και τα μυστήρια της εκκλησίας μας γιατί η πολιτεία σας δε βρίσκεται στη γη όπως έχουμε κι άλλοτε πει στην αγάπη σας οι χριστιανοί ξεχωρίζουν γιατί ζουν στον ουρανό ήδη απ’ εδώ και εσείς δεν είστε από αυτόν τον κόσμο όπως μας έλεγε ο Κύριος αφού όταν θα τελούνται να ανασηκωθείτε και να σηκώσετε πάνω ψηλά το κεφάλι γιατί προσεγγίζει η απολύτρωσή σας…κι οι ζώντες κατά Χριστόν τι χαρά θα πάρουν και τότε όπως και πάντοτε…χαρά, παρρησία για όσα συμβαίνουν και θα συμβούν ενώ οι άλλοι αισχύνη, οδύνη και κατήφεια αφού ο Θεός θα αποδώσει στον καθένα κατά τα έργα του, σ’ όσους έζησαν επιζητώντας αγαθό έργο υπομονετικά περιμένει από τον Κύριο δόξα,, τιμή και αφθαρσία στην αιώνια πλέον ζωή, ενώ για τους απειθούντες στην αλήθεια, και πειθομένους στην αδικία θυμό, οργή θλίψη και στεναχώρια σε κάθε άνθρωπο που κατεργάζεται το κακό…γιατί ο Χριστός το ξέρουμε καλά είναι πάντα σημείο αμφιλεγόμενο, άλλοι σώζονται κι άλλοι χάνονται. Είναι δυνατόν για το ίδιο θέμα να υπάρχουν τόσες πολλές απόψεις και διαφωνίες; Κι όμως, Ιουδαίοις σκάνδαλον και ειδωλολάτραις μωρία, ενώ σε μας ό, τι καλύτερο πιστεύουμε έμπρακτα.
Και προσέξτε καλά γιατί τότε όλοι θα είμαστε έτοιμοι για την καλήν απολογίαν που προσευχόμαστε εδώ διαρκώς αλλά πολλοί θα είναι απροετοίμαστοι και αναπολόγητοι. Γιατί σας ρωτώ: τι δικαιολογία θα έχουμε τότε να προβάλλουμε ενώπιόν Του; Ως καλός μας ιατρός μας έδωσε όσα ευάρεστα και ωφέλιμα μ’ ευχαρίστηση αλλά τα απορρίψαμε ώστε να έρθει ο ίδιος ο Λόγος του Θεού και να ζήσει ανάμεσά μας δείχνοντάς μας τύπο και υπογραμμό το κατά δύναμη ζωής αιωνίου και σταυρώθηκε για μας και αναστήθηκε για να αναστηθούμε κι εμείς κι αναλήφθηκε στους ουρανούς για να αναληφθούμε κι εμείς. Τέλος επειδή κάποιοι δεν καταλαβαίνουν ούτε κι αυτά θα έρθει να ελέγξει τελικά την κακία του αυτεξουσίου της προαιρέσεώς μας που θα φτάσει για μερικούς στο σημείο να προσκυνήσουν τον βδελυρό Αντίχριστο. Πώς θα έρθει όμως τότε; Όχι μακροθυμώντας αλλά για να  τιμωρήσει όσους με πονηρά έργα θησαύρισαν στη γη εδώ οργή καταπάνω τους τότε που μακροθυμούσε απέναντί τους. Ενώ οι δικοί Του θα αποκοπούν από τους αθεράπευτους ως υγιείς και ό, τι σάπιο θα παραδοθεί στη φθορά ενώ οι υγιείς θα απαλλαγούν από τη επήρεια και τη συναναστροφή των πονηρών και θα κληρονομήσουν τη βασιλεία των ουρανών.
Εγώ θα σείσω όχι μόνο τη γη αλλά και τον ουρανό, θα πέσουν πάνω στα κεφάλια των ασεβών τα αστέρια σαν κεραυνοί γιατί θεοποίησαν τον πονηρό και πρώτοι όσοι πίστεψαν στον Αντίχριστο και προσηλώθηκαν με το νου στον αντίθεο ως θεό.  Κι  έπειτα θα επιφανεί  ο ίδιος με άφατη δόξα και θα ζωοποιήσει όλους τους από αιώνος νεκρούς. Κι έπειτα τι; Οι ασεβείς δεν έρχονται σε κρίση ούτε λόγο αλλά για κατάκριση. Όμως για μας θα προβάλει τα πάντα σε κρίση ενώπιον όλων των αγγέλων καθισμένος σε θρόνο δόξας Του κι ενώπιόν Του θα χωριστούν όλα τα έθνη όπως τα πρόβατα από τα γίδια, δεξιά κι αριστερά Του, σε δίκαιους και πραείς και επιεικείς με την οδό των αρετών βαδίζοντας και αφομοιωμένους μ’ Αυτόν και σε θρασείς κι άτακτους που φέρονται στον γκρεμό της αμαρτίας. Οι πρώτοι θα ακούσουν το δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου και για τα καλά σας έργα στους ελάχιστους αδελφούς Του και την έμπρακτη πίστη σε Μένα, ενώ οι άλλοι αφιλάνθρωποι και μισούντες αντί αγαπώντες τους συνανθρώπους τους ή τέλοσπάντων αν δε μετάνοιωσαν –υιοί ή μισθωτοί με ταπείνωση και μετάνοια- θα ακούσουν ως καταραμένοι (!) αυτά που δε θέλει κανένας μας να ακούσει.
Και μια σημαντική παρατήρηση: όσοι εδώ είναι φτωχοί κι ενδεείς χαρείτε γιατί πώς τους αποκαλεί σήμερα στο ευαγγέλιο ο Κύριος; Ελάχιστους αδερφούς Του, ελάχιστους για τη δύσκολη κατάσταση που βρίσκονται και αδερφούς Του γιατί έτσι ακριβώς έζησε κι Εκείνος πάνω στη γη. Άρα όσοι είστε φτωχοί ακουσίως με υπομονή και ευχαριστία θα κατακτήσετε εκούσια για τον εαυτό σας κάθε αγαθό.  Εκείνος όμως εκούσια πτώχευσε που σημαίνει ότι κι οι πλούσιοι οφείλουν να μοιάσουν σ’ Εκείνον και να ανοίξουν την καρδιά τους στους άλλους πριν είναι αργά, προσφέρετε από το περίσσευμά σας στο υστέρημα των άλλων και μη πείτε μα δεν είμαι καλόγερος να έχω δώσει όρκο ακτημοσύνης γιατί τηρουμένων των αναλογιών οι υποχρεώσεις μας είναι κοινές: αγνεία κατά καιρούς για εντονότερη προσευχή, ακτημοσύνη απόλυτη για τους μοναχούς και για τους εγγάμους σχετική, ό, τι δε μας χρειάζεται ανήκει στους φτωχούς και τέλος υπακοή τυφλή οι μοναχοί και εμείς στην Εκκλησία. Κομποσχοίνια και μετάνοιες έλεγε ο π. Ιάκωβος είναι για σας τους εγγάμους τα παιδιά σας.
Ας επιστρέψουμε μετανιωμένοι ταπεινοί και ελεήμονες και θα πετύχουμε τη συγγνώμη αναπληρώνοντας την έλλειψή μας με τη φιλανθρωπία Του. Τι είδους φωτιά είναι αυτή της Β΄ Παρουσίας που θα μας στεναχωρεί παντοτινά αν δεν προσέξουμε και γιατί λέει πορεύεσθε και όχι πορευτείτε; Όσοι αλίμονό τους πήραν τις κατάρες των φτωχών αξίζουν κατάρες. Λέει κιόλας πηγαίνετε όχι για σας αλλά για το Διάβολο και τους αγγέλους του αφού Εγώ δε σας έπλασα γι’ αυτό αλλά για την αμετάβλητη έξη κακίας που συνδεθήκατε σύμφωνοι με εκείνους για την αμετανόητη γνώμη και την εθελοντική συμβίωση με τους πονηρούς αγγέλους. Γιατί η αγάπη και τα έργα της είναι πλήρωμα αρετών κι αντιστρόφως. Και πάλι τη φιλανθρωπία ακολουθούν και συνοδεύουν οι αρετές κι αντιστρόφως. Τι θέλουμε αδερφό ή αργύριο; Υπάρχει μεγαλύτερο κακό; Και ακόμα χειρότερα όσοι όχι μόνο δεν ελεούν αλλά και σφετερίζονται αλλότρια γιατί η υπερηφάνεια πάει μαζί με την ασυμπάθεια όπως η συμπάθεια με την ταπείνωση!

Ας ελεήσουμε εαυτούς ελεώντας τους άλλους, ας δεχτούμε συμπάθεια συμπαθώντας άλλος, ας ευεργετηθούμε ευεργετώντας άλλους!  Δε συγκρίνεται η ανθρώπινη προσφορά με τη θεία ανταπόδοση αφού ούτε ίση ούτε ίδια είναι…με λίγα εξαγοράζουμε πολλά και με πρόσκαιρα αιώνια. Τι φοβόμαστε να μη φτωχύνουμε ή να μην ακούσουμε ελάτε κοντά Μου ευλογημένοι κληρονομήστε τη γη! Όποιος δεν αγαπά τον αδερφό του που βλέπει καθημερινά δεν αγαπά και το Θεό που δεν τον είδε ποτέ! Κι αυτός που δεν αγαπά το Θεό επομένως πώς να συνυπάρξει μ’ Αυτόν και δε θα πάει στην κόλαση; Τι μπορούμε να κάνουμε από δω κι εξής; Έργα αγάπης στους αδερφούς μας, ελεημοσύνη στους φτωχούς, επιστροφή στους πλανεμένους, δικαίωση στους αδικουμένους, εμψύχωση στους αρρώστους, ψυχικά και σωματικά, και από ατιμία, επίσκεψη φυλακών, ανοχή προς πάντα όπως κι ο Κύριός μας μάς ανέχεται όλους, χαρίζοντας μομφή όπως μας τη χάρισε σ’ όλους. Έτσι επιδεικνύουμε αγάπη μεταξύ μας με λόγια και έργα και πετυχαίνουμε αγάπη από το Θεό και ευλογία απ’ Αυτόν και κληρονομιά επηγγελμένη σε μας και για μας ουράνια κι αιώνια βασιλεία.

Στον αγρό του Θερισμού

Πρωτ. Γεωργίου Ατσαλάκη
Γενικού Αρχιερατικού Επιτρόπου
Ι. Μητροπόλεως Πέτρας & Χερρονήσου 

Διάβασα αυτό τον καιρό, ένα λόγο του Αρχιμ. Γαβριήλ Διονυσιάτη, μεγάλου πνευματικού Γέροντα του Αγίου Όρους. Λέγει σ’ ένα σημείο: Ο Ψαλμωδός λέγει: «Εγώ είπα, Θεοί εστέ και υιοί Υψίστου πάντες». Είστε θεοί και παιδιά του Υψίστου όλοι. Τούτο αρμόζει ως επί το πλείστον στους ιερείς του Θεού του Υψίστου, οι οποίοι ευρίσκονται μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Μπροστά στο Θεό είναι άνθρωποι. Μπροστά στους ανθρώπους είναι θεοί. Μοιάζουν οι ιερείς με τα φυσικά νέφη που λέγονται «παρήλια» και είναι φωτοφόρα, γιατί βρίσκονται κοντά στον ήλιο. Αυτά αν τα συγκρίνεις με τον ήλιο, είναι νέφη. Αν τα συγκρίνεις όμως με τα άλλα νέφη, τα σκοτεινά, είναι ήλιοι.
Σ’ αυτά τα λόγια του Γέροντα, είδα την ιεροσύνη στα ύψη των αγγέλων και είδα τον εαυτό μου στα βάθη της γης. Είμαστε λοιπόν οι ιερείς απέναντι στο Θεό αμαρτωλοί άνθρωποι. Απέναντι στους ανθρώπους θεοί. Δηλ. η ιεροσύνη, μάς θέλει αγγέλους. Χωρίς πάθη, χωρίς σκοτάδι, χωρίς φρόνημα σαρκός. Μόνο φως, μόνο αγάπη, μόνο πνεύμα.  Αναστέναξα, έστρεψα το βλέμμα μου στον ουρανό και είπα: «Θεέ μου! Πόσο δίκιο είχε ο Χρυσόστομος όταν έλεγε, ότι το έργο της ιεροσύνης ξεπερνά το έργο των αγγέλων και πόση άγνοια είχαμε εμείς, νέα και άπειρα παιδιά, την ώρα της χειροτονίας μας!
Θυμήθηκα το βιβλίο του Σώτου Χονδροπούλου: «Στον αγρό του Θερισμού».  Αναφέρεται σ’ ένα ιερέα που θυσίασε την οικογένεια του, τη γυναίκα του και το μονάκριβο παιδί του, στο βωμό της ιεροσύνης. Δεν ενδιαφέρθηκε όσο έπρεπε γι’ αυτούς, γιατί μέρα νύχτα αγρυπνούσε κι εργαζόταν για την ενορία του. Για τη μεγάλη φτώχεια που μάστιζε τα πνευματικά του παιδιά, για τις ανίατες ασθένειες, για τα τρομερά πάθη, για τις φοβερές αμαρτίες.
Έμεινε μόνος. Χωρίς ένα άνθρωπο, να του βαστάζει πότε –πότε το σταυρό να ξεκουράζεται. Οι άνθρωποι τον αγαπούσαν αλλά κανείς δεν είχε τη δύναμη να τον βοηθήσει. Θεωρούσαν απόλυτα φυσιολογικό, να τον αφήνουν στη μοναξιά του. Κι αυτός δεν παραπονιόταν. Θυμόταν πάντα τα λόγια του Χριστού: «Τα πουλιά του ουρανού έχουν τις φωλιές τους, αλλά ο Υιός του ανθρώπου, δεν έχει πού να κλίνει το κεφάλι του».
Κι όμως ήθελε ένα δεύτερο άνθρωπο να του μιλήσει, αλλά δεν εύρισκε κανένα. Κι αυτοί που τον πλησίαζαν, τον πλησίαζαν τόσο ψεύτικά, χωρίς αληθινή αγάπη και με φτηνό υπολογισμό . Γι’ αυτό γρήγορα τους απομάκρυνε.  Μόνος με το Θεό του! Γνώριζε τη μεγαλύτερη αλήθεια της ιεροσύνης: Τους ανθρώπους πρέπει να τους αγαπάς «έως θανάτου», αλλά να μην περιμένεις, ούτε αγάπη  ούτε ευγνωμοσύνη απ’ αυτούς. Θα σε αμείψει ο Θεός, που σου χάρισε την ιεροσύνη.
Θεριά πανίσχυρα τα πάθη των ανθρώπων, υψώθηκαν εναντίον του Ιερέα  και τον πολέμησαν. Συμφέροντα, κακίες, ζήλιες και φοβεροί εγωισμοί, ήταν το όνομα τους. Μέρα νύχτα τους μιλούσε  για το Θεό. Μέρα νύχτα τους μιλούσε για την αγάπη. Κάθε μέρα έπεφτε κι ένα φρούριο της αθεΐας. Κάθε μέρα έλιωνε και σε μια καρδιά το μίσος και η κακία. Είχε μια δύναμη να σαγηνεύει τις ψυχές. Η δύναμη αυτή κρυβόταν στη φλεγόμενη καρδιά του και στα δακρυσμένα του μάτια.
Άπιστοι πίστεψαν. Εγκληματίες έκλαψαν μπροστά του. Πόρνες άλλαξαν ζωή. Φιλάργυροι έγιναν ελεήμονες.  Μόνο μερικοί μεγάλοι εγωιστές και ωραιοπαθείς γυναίκες, έμειναν βυθισμένοι στα πάθη τους. Τον πλησίασαν πολλοί με κακία, με μίσος, με ζήλια και γυναίκες με πονηρές διαθέσεις. Σ’ όλες τις περιπτώσεις τον διαφύλαξε ο Θεός.   
Στο τέλος όμως όλο το χωριό- εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων- τον αγάπησε. Κυριολεκτικά τον λάτρεψε. Η αγωνία του ήταν όμως: Τους ανθρώπους να τους συνδέσει με το Θεό κι όχι με τον εαυτό του. Την ώρα που είχαν αλλάξει όλα στην ενορία του, προπάντων τα ήθη των ανθρώπων, πήρε εντολή από την Αρχιεπισκοπή να φύγει για τα σύνορα, εκεί όπου οι άνθρωποι  ζούσαν και πέθαιναν, χωρίς την παρουσία της Εκκλησίας.
          Σαν βόμβα ακούστηκε αυτή η είδηση. Συγκλόνισε όλους τους ανθρώπους. Έκλαψαν, πόνεσαν, διαμαρτυρήθηκαν. Τον παρακάλεσαν, αλλά εκείνος τους είπε, ότι «οφείλομε υπακοή στην Εκκλησία». Τους αποχαιρέτησε με δάκρυα. Όλο το χωριό τον συνόδευσε με βαθειά συγκίνηση.  Τον πήγαν χιλιόμετρα μακριά με τα πόδια.
Εκείνος τους αποχαιρετούσε δακρυσμένος και τους ευλογούσε μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής του. Άφηνε στο νεκροταφείο του χωριού τη γυναίκα του και το παιδί του και στην αγκαλιά του Θεού, μια ενορία  με αγαπημένους ανθρώπους
Το βιβλίο τελειώνει με τα παρακάτω λόγια: «Τα παιδιά τον συνόδευσαν μέχρι το βράδυ. Όταν γύρισαν τα ρωτούσαν: «Ως πού τον επήγατε;»  Ένα απ’ αυτά τους είπε: «Όταν μας άφησε κι έφυγε, ήταν βράδυ. Καθίσαμε στο νερόμυλο και κοιτάζαμε: Προχώρησε, μίκρυνε, έγινε σαν χελιδόνι. Και μονομιάς τον πήραν τα σύννεφα. Τον πήρε ο ουρανός».

9 Φεβ 2015

Η περίοδος του Τριωδίου και η Κυριακή της Απόκρεω

Ἰωάννου Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ
Καθηγητοῦ Παν/μίου Θεσσαλονίκης

«Ὁ δημιουργός τῶν ἄνω καί τῶν κάτω,
τρισάγιον μέν ὕμνον ἐκ τῶν ἀγγέλων,
τριῴδιον δέ παρ᾽ ἀνθρώπων δέχου».

Μέ τούς στίχους αὐτούς προοιμιάζονται τά συναξάρια τῆς περιόδου τοῦ Τριῳδίου. Ὁ οὐράνιος καί ὁ ἐπίγειος κόσμος, οἱ ἄγγελοι καί οἱ ἄνθρωποι, συνάπτονται σέ κοινή συμφωνία. Οἱ ἄγγελοι ψάλλουν στόν δημιουργό των, τόν «δημιουργό τῶν ἄνω», τόν τρισάγιο ὕμνο. Μαζί μέ αὐτούς ἑνώνονται καί οἱ φωνές τῶν ἀνθρώπων, πού ἔρχονται καί αὐτοί νά ψάλουν στόν δημιουργό των, τόν «δημιουργό τῶν κάτω», τριῳδίους ὕμνους.

Ἀπό αὐτούς τούς τριωδίους ὕμνους, τά «τριῴδια», ἔλαβε τό ὄνομά της ἡ μεγάλη περίοδος τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους, πού κινεῖται μαζί μέ τό Πάσχα καί τό περιβάλλει σάν προεόρτιος καί μεθέορτος περίοδος. Γιατί ὅλο αὐτό τό τμῆμα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους παλαιότερον ἐχαρακτηρίζετο μ᾽ αὐτό τό ὄνομα: «Τριῴδιον».

Ἀνάλογα δέ μέ τόν ἰδιαίτερο χαρακτῆρα του τό διέκριναν σέ «Τριῴδιον κατανυκτικόν», ἀπ᾽ ἀρχῆς μέχρι τοῦ Πάσχα, καί «Τριῴδιον χαρμόσυνον», ἀπό τοῦ Πάσχα μέχρι τῆς Κυριακῆς τῶν ἁγίων Πάντων, πού κατακλείει τόν κύκλο τῶν κινητῶν ἑορτῶν.

Τριῴδιο δέ λέγεται ἀπό τήν ἀρχαιοπρεπῆ συνήθεια, πού διετηρεῖτο κατά τήν περίοδο αὐτή, νά μή ψάλλωνται καθημερινῶς κατά τήν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου καί οἱ ἐννέα ᾠδές τοῦ Ψαλτηρίου, καί ἑπομένως καί ὁλόκληροι ἐννεαῴδιοι Κανόνες, ἀλλά μόνο τρεῖς ᾠδές, ἡ η' καί ἡ θ' καί μία ἀπό τίς προηγούμενες κατά τήν σειρά τῶν ἡμερῶν.

Αὐτός ὁ ἀρχαῖος τρόπος τῆς ψαλμῳδίας διετηρήθη ἐν μέρει μόνον μέχρι σήμερα, καί μάλιστα μόνον γιά τίς καθημερινές τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Γιά τίς ἄλλες ἡμέρες ἐπεκράτησε τό νεώτερο ἔθος, νά στιχολογοῦνται καί οἱ ἐννέα ᾠδές ἀκριβέστερα οἱ ὀκτώ, γιατί ἡ δευτέρα παραλείπεται) καί νά ψάλλωνται ἐννεαῴδιοι (ἀκριβέστερα ὀκταῴδιοι) Κανόνες.

Ἔτσι τό ὄνομα «Τριῴδιον» τελικά διετηρήθη μόνο γιά τό ἀρχαῖο «κατανυκτικόν Τριῴδιον», γιά τήν πρό τοῦ Πάσχα δηλαδή περίοδο. Καί πάλι καί ἐδῶ ὄχι κυριολεκτικῶς.

Ὅπως δέ χαρακτηριστικά γράφει ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος στόν πρόλογο τῶν συναξαρίων τοῦ Τριῳδίου: «Καταχρηστικῶς Τριῴδιον ὀνομάζεται· οὐ γάρ ἀεί τριῴδια ἔχει. Καί γάρ ὁλοτελεῖς κανόνας προβάλλεται, ἀλλ᾽ οἷμαι ἀπό τοῦ πλεονάζοντος τήν ἐπωνυμίαν λαβεῖν». Αὐτά γιά τήν ὀνομασία τοῦ Τριῳδίου.

Ἡ σημερινή περίοδος τοῦ Τριῳδίου, οἱ ἀκολουθίες τῆς ὁποίας περιλαμβάνονται στό ὁμώνυμο λειτουργικό βιβλίο, περιλαμβάνει τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα, πού εἶναι καί ὁ ἀρχικός της πυρίνας, τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή καί τήν προπαρασκευαστική της περίοδο, πού κοινῶς λέγεται περίοδος τῶν Ἀπόκρεω. Αὐτή ἡ τελευταία θά ἀποτελέσῃ τό ἀντικείμενο, μέ τό ὁποῖο θά ἀσχοληθοῦμε (...).

Τρεῖς Κυριακές ἀποτελοῦν τά προπύλαια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς: Ἡ Κυριακή τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου, ἡ Κυριακή τοῦ Ἀσώτου καί ἡ Κυριακή τῆς Ἀπόκρεω. 

Ἡ τελευταία ἑβδομάς, πού εἰσάγεται μέ τήν Κυριακή τῆς Ἀποκρέω, εἶναι τό προοίμιο τῆς νηστείας τῆς Τεσσαρακοστῆς, γιατί κατ᾽ αὐτήν ἀπαγορεύεται, σύμφωνα μέ τίς ἐκκλησιαστικές διατάξεις, ἡ βρῶσις τοῦ κρέατος. Εἶναι ἡ Τυρινή ἑβδομάς ἤ ἑβδομάς τῆς Τυροφάγου. Κατά τήν ἑβδομάδα αὐτήν ἀρχίζει ἡ ψαλμῳδία τῶν τριῳδίων κανόνων. 

Ἡ τελευταία αὐτή Κυριακή, ἡ Κυριακή τῆς Ἀποκρέω, εἶναι καί παλαιοτέρα ἀπό τίς προηγουμένες. Τίς δύο ἄλλες τίς προσέθεσαν ἀργότερα, τήν Κυριακή τοῦ Ἀσώτου κατά τόν Ϛ' αἰῶνα καί τήν Κυριακή τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου ἕνα περίπου αἰῶνα ὑστερώτερα. Ὁ σκοπός τῆς προσθήκης εἶναι φανερός. Νά δημιουργηθῇ δηλαδή μία περίοδος προπαρασκευῆς καί προετοιμασίας γιά τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἕνα εἶδος προπυλαίου στό ὅλο οἰκοδόμημα τῶν κινητῶν ἑορτῶν.

Ἤ, ὅπως γράφει ὁ Ξανθόπουλος, «ὥσπερ τις προγυμνασία καί παρακίνησις τοῖς ἁγίοις Πατράσιν ἐπενοήθησαν, ὥστε παρασκευασθῆναι καί ἑτοίμους ἡμᾶς γενέσθαι πρός τούς πνευματικούς ἀγῶνας τῶν νηστειῶν, τήν ἐξ ἔθους μυσαράν ἕξιν ἀπολιπόντας». 

Ἔγιναν δέ τρεῖς οἱ προπαρασκευαστικές αὐτές ἑβδομάδες γιά νά ἀπαρτισθῇ ὁ ἱερός ἀριθμός τῆς ἁγίας Τριάδος, τό τρία, βάσει τοῦ ὁποίου οἰκοδομεῖται ὁλόκληρο τό σύστημα τῆς λατρείας μας. Καί τῶν τριῶν Κυριακῶν ἡ ἀκολουθία πλέκεται γύρω ἀπό τήν εὐαγγελική περικοπή, πού διαβάζεται κατά τήν Θεία Λειτουργία.

Κατά τήν πρώτη Κυριακή ἀναγινώσκεται ἡ παραβολή τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου (Λουκ. 18, 10-14), τήν δευτέρα ἡ παραβολή τοῦ Ἀσώτου υἱοῦ (Λουκ. 15, 11-33) καί τήν τρίτη τό εὐαγγέλιο τῆς Μελλούσης Κρίσεως (Ματθ. 21, 31-46).

Ἄς ἰδοῦμε μία-μία χωριστά τίς Κυριακές αὐτές. 

Μέ τήν πρώτη Κυριακή, τήν Κυριακή τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου, ἀνοίγει ἡ ἱερά πύλη τοῦ Τριῳδίου. Δέν μποροῦσε νά εὑρεθῇ καταλληλότερο θέμα, πού νά συνδυάζῃ κατά ἕνα τόσο πλήρη τρόπο τούς ἐπί μέρους σκοπούς τῆς περιόδου αὐτῆς. Τό Τριῴδιο σημειώνει μία ἱερά περίοδο τοῦ ἔτους ἀφιερῳμένη στόν Θεό στήν σύντονο λατρεία καί προσευχή, στήν νηστεία καί στά ἀγαθά ἔργα.

Ἡ προσευχή ὅμως, ἡ νηστεία καί ἡ δικαιοσύνη τοῦ ἐπιφανειακά δικαίου, κενοδόξου ὅμως καί ὑπερηφάνου Φαρισαίου, ἀποδοκιμάζονται ἀπό τόν Θεό. Ἀντιθέτως δικαιώνεται ὁ ἁμαρτωλός καί ἄδικος, ἀλλά μετανοημένος καί συντετριμμένος Τελώνης, πού κτυπᾷ τό στῆθός του καί ταπεινά ἐπικαλεῖται τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ: «Ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». 

Αὐτόν λοιπόν τόν τύπο τῆς ὀρθῆς προσευχῆς θέτει στό στόμα τοῦ πιστοῦ ἡ Ἐκκλησία στήν ἔναρξι τῆς περιόδου τῆς προσευχῆς. Καλεῖ τούς πιστούς νά μή προσευχηθοῦν μέ ὑπερηφάνεια, «φαρισαϊκῶς», ἀλλά μέ ταπείνωσι, «τελωνικῶς», γιατί, κατά τό λόγιο τοῦ Κυρίου, «πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτόν ταπεινωθήσεται, ὁ δέ ταπεινῶν ἑαυτόν ὑψωθήσεται». Τά θέματα αὐτά ἐπαναλαμβάνονται σ᾽ ὅλους τούς ἤχους καί σέ ποικίλες ποιητικές ἐπεξεργασίες ἀπό τήν ὑμνογραφία τῆς ἡμέρας.

Παραθέτουμε τό πρῶτο τροπάριο τῶν στιχηρῶν τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ α' ἤχου, πού εἶναι καί τό πρῶτο τροπάριο τοῦ Τριῳδίου:

«Μή προσευξώμεθα φαρισαϊκῶς, ἀδελφοί,
ὁ γάρ ὑψῶν ἑαυτόν ταπεινωθήσεται·
ταπεινωθῶμεν ἐναντίον τοῦ Θεοῦ τελωνικῶς,
διά νηστείας κράζοντες·
Ἱλάσθητι ἡμῖν, ὁ Θεός, τοῖς ἁμαρτωλοῖς».

Τό θέμα τῆς δευτέρας Κυριακῆς εἶναι συναφές πρός τό θέμα τῆς πρώτης. Ἐδῶ τό δίδει ἡ παραβολή τοῦ Ἀσώτου υἱοῦ. Προβάλλεται τήν Κυριακή αὐτή τό ἐνθαρρυντικό παράδειγμα τοῦ ἁμαρτωλοῦ νέου, πού, ἐνῷ σπαταλᾷ τήν πατρική περιουσία «ζῶν ἀσώτως», δέν ἀπελπίζεται, δέν συντρίβεται ἀπό τό βάρος τῶν συμφορῶν, δέν περιέρχεται σέ ἀπόγνωσι. Ἀλλά ἐπιστρέφει πρός τόν εὔσπλαγχνο πατέρα ταπεινωμένος, μετανοημένος, ζητῶντας τό ἔλεος καί τήν συγγνώμη Του. Καί τοῦ ἀπευθύνει θερμή ἱκεσία: «Πάτερ ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου...». 

Τό παράδειγμα τῆς μετανοίας καί τῆς ὀρθῆς ἐν συντριβῇ καρδίας προσευχῆς, ἐνσαρκωμένο στόν ἄσωτο τῆς παραβολῆς, προβάλλει καί πάλι ἡ Ἐκκλησία πρός μίμησιν καί καλεῖ τά ἄσωτα παιδιά τοῦ Πατέρα, ὅλους μας, νά γυρίσωμε στήν ἀγκαλιά τοῦ Πατέρα ζητῶντας συγγνώμην γιά νά λάβωμε ἄφεσι, ὅπως ἐκεῖνος.

«Ἄσωτος εἴ τις, ὡς ἐγώ, θαρρῶν ἴθι,
θείου γάρ οἴκτου πᾶσιν ἤνοικται θύρα».
«Ὅποιος εἶναι ἄσωτος, ὅπως ἐγώ,
ἄς ἔλθῃ μέ θάρρος, γιατί
ἡ θύρα τῆς θείας εὐσπλαγχνίας
ἔχει ἀνοίξει γιά ὅλους.»

Τήν θερμή ἐξομολόγησι τοῦ ἀσώτου υἱοῦ θέτει στό στόμα τοῦ πιστοῦ ὁ ποιητής τοῦ Δοξαστικοῦ τῶν Αἴνων: «Ἀγαθέ Πατέρα, ἀπομακρύνθηκα ἀπό κοντά Σου·μή μέ ἐγκαταλείψῃς καί μή μέ δείξῃς ἄχρηστο γιά τήν βασιλεία Σου. Ὁ παμπόνηρος ἐχθρός μέ ξεγύμνωσε, μοῦ ἀφῄρεσε τόν πλοῦτο. Τά χαρίσματα τῆς ψυχῆς μου τά διεσκόρπισα ἀσώτως. Γι᾽ αὐτό σηκώνομαι καί ἐπιστρέφω σ᾽ Ἔσένα καί Σοῦ φωνάζω· Σύ πού εἶσαι τόσο σπλαγχνικός, ὥστε γιά μένα ἅπλωσες τά χέρια Σου στόν Σταυρό γιά νά μέ λυτρώσῃς ἀπό τό φοβερό θηρίο, τόν διάβολο, καί γιά νά μέ στολίσῃς μέ τήν παλαιά μου λαμπρή στολή, δέξου με ἄν ὄχι σάν παιδί σου, τοὐλάχιστον σάν ὑπηρέτη Σου».

Τό τροπάριο εἶναι ἰδιόμελο τοῦ πλ. β' ἤχου:

«Πάτερ ἀγαθέ,
ἐμακρύνθην ἀπό σοῦ, μή ἐγκαταλείπῃς με
μηδέ ἀχρεῖον δείξῃς τῆς βασιλείας σου.
Ὁ ἐχθρός ὁ παμπόνηρος ἐγύμνωσέ με
καί ἦρε μου τόν πλοῦτον.
Τῆς ψυχῆς τά χαρίσματα ἀσώτως διεσκόρπισα.
Ἀναστάς οὖν ἐπιστρέψας πρός σέ ἐκβοῶ·
Ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου,
ὁ δι᾽ ἐμέ ἐν σταυρῷ τάς ἀχράντους σου χεῖρας ἁπλώσας,
ἵνα τοῦ δεινοῦ θηρός ἀφαρπάσῃς με
καί τήν πρώτην καταστολήν ἐπενδύσῃς με,
ὡς μόνος πολυέλεος».

Ἡ προτροπή πρός μετάνοιαν γίνεται πιό ἔντονος στήν τρίτη καί τελευταία προπαρασκευαστική Κυριακή, τήν Κυριακή τῆς Ἀποκρέω. Ὡς μέσο προτροπῆς πρός μετάνοιαν γιά τήν ἀφύπνησι καί τῶν πιό ραθύμων ψυχῶν χρησιμοποιεῖται τώρα τό αἴσθημα τοῦ φόβου. Φόβου πρό τῆς δικαίας κρίσεως τοῦ Θεοῦ κατά τήν «φοβεράν καί ἀδέκαστον παρουσίαν» τοῦ Χριστοῦ. Τήν τρομερά σκηνή περιγράφει τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα καί ἡ ὅλη ὑμνογραφία τῆς ἡμέρας. 

Ὅπως δέ ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ Νικηφόρος Ξανθόπουλος στό Συναξάριο: «Ταύτην οἱ θειότατοι Πατέρες μετά τάς δύο παραβολάς ἔθεντο, ὡς ἄν μή τις τήν ἐν ἐκείναις τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίαν μανθάνων, ἀμελῶς διάγῃ λέγων· Φιλάνθρωπός ἐστιν ὁ Θεός, καί ὅταν τῆς ἁμαρτίας ἀναχωρήσω, ἑτοίμως ἔχω τό πᾶν ἀνύσαι. Ταύτην τήν φοβεράν ἡμέραν ἐνταῦθα κατέταξαν, ἵνα διά τοῦ θανάτου καί τῆς προσδοκίας τῶν ἐσομένων δεινῶν, φοβήσαντες τούς ἀμελῶς διακειμένους, πρός ἀρετήν ἐπαναγάγωσι, μή θαρροῦντας εἰς τό φιλάνθρωπον μόνον, ἀλλ᾽ ἀφορᾶν, ὅτι καί δίκαιός ἐστι κριτής καί ἀποδίδωσιν ἑκάστῳ κατά τά ἔργα αὐτοῦ».

Ἀπό τά πιό χαρακτηριστικά τροπάρια τῆς ἡμέρας εἶναι τά στιχηρά προσόμοια τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. β' ἤχου κατά τό «Ὅλην ἀποθέμενοι»:

«Ὅταν μέλλῃς ἔρχεσθαι κρίσιν δικαίαν ποιῆσαι,
Κριτά δικαιότατε, ἐπί θρόνου δόξης σου καθεζόμενος,
ποταμός πύρινος πρό τοῦ σοῦ βήματος καταπλήττων ἕλκει
ἅπαντας,
παρισταμένων Σοι τῶν ἐπουρανίων δυνάμεων, ἀνθρώπων
κρινομένων τε
φόβῳ καθ᾽ ἅ ἕκαστος ἔπραξε·τότε ἡμῶν φεῖσαικαί μοίρας
καταξίωσον, Χριστέ,
τῶν σωζομένων, ὡς εὔσπλαγχνος, πίστει δυσωποῦμέν σε».

«Βίβλοι ἀνοιγήσονται, φανερωθήσονται πράξεις
ἀνθρώπων ἐπίπροσθεν τοῦ ἀστέκτου βήματος·
διηχήσει δέ ἡ κοιλάς ἅπασα φοβερῷ βρύγματι
τοῦ κλαυθμῶνος πάντας βλέπουσα τούς ἁμαρτήσαντας
ταῖς αἰωνιζούσαις κολάσεσιτῇ κρίσει τῇ δικαίᾳ σου
παραπεμπομένους καί ἄπρακτα κλαίοντας, οἰκτίρμον·διό σε
δυσωποῦμεν, ἀγαθέ· Φεῖσαι ἡμῶν τῶν ὑμνούντων σε, μόνε
πολυέλεε».

«Ἠχήσουσι σάλπιγγες καί κενωθήσονται τάφοι
καί ἐξαναστήσεται τῶν ἀνθρώπων τρέμουσα φύσις ἅπασα·
οἱ καλά πράξαντες ἐν χαρᾷ χαίρουσι, προσδοκῶντες μισθόν
λήψεσθαι·
οἱ ἁμαρτήσαντεςτρέμουσι δεινῶς ὀλολύζοντες, εἰς κόλασιν
πεμπόμενοι
καί τῶν ἐκλεκτῶν χωριζόμενοι.
Κύριε τῆς δόξης, οἰκτείρησον ἡμᾶς ὡς ἀγαθός
καί τῆς μερίδος ἀξίωσον τῶν ἠγαπηκότων σε».

«Κλαίω καί ὀδύρομαι ὅταν εἰς αἴσθησιν ἔλθω
τό πῦρ τό αἰώνιον, σκότος τό ἐξώτερον
καί τόν τάρταρον, τόν δεινόν σκώληκα,
τόν βρυγμόν αὖθίς τε τῶν ὀδόντων καί τήν ἄπαυστον
ὀδύνην μέλλουσαν ἔσεσθαι τοῖς ἄμετρα πταίσασι
καί σέ τόν ὑπεράγαθον γνώμῃ πονηρᾷ παροργίσασιν·
ὧν εἷς τε καί πρῶτος ὑπάρχω ὁ ταλαίπωρος ἐγώ,
ἀλλά, κριτά, τῷ ἐλέει σου σῶσόν με, ὡς εὔσπλαγχνος».

Ὅπως οἱ βυζαντινοί ζωγράφοι στόν Νάρθηκα τῶν Ναῶν γύρω ἀπό τήν βασιλική πύλη ζωγράφιζαν τήν σκηνή τῆς δευτέρας παρουσίας, ἔτσι καί οἱ ὑμνογράφοι στό πρόπυλο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς μ᾽ ὅλα τά ζωηρά χρώματα τοῦ ποιητικοῦ των χρωστῆρος ζωγραφίζουν τήν φοβερά κρίσι. Ἡ πύλη σέ λίγο θά ἀνοίξῃ. Ποιός πιστός δέν θά θελήσῃ νά εἰσέλθῃ «εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου του;»

Ἀπό τό βιβλίο «ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ» Ἰωάννου Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ
Καθηγητοῦ Παν/μίου Θεσσαλονίκης
Ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ

ΠΩΣ ΘΑ ΜΑΣ ΒΡΕΙΤΕ (Ι. Ν. ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΣΤΡ. ΚΟΡΑΚΑ 2)

ΧΑΡΤΗΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΩΝ ΑΠ' ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΩΡΑ ΣΕ ΚΑΘΕ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ

ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΚΑΙΡΟΥ

Επιστροφή στην Αρχική Σελίδα