ΑΝΑΣΤΑΣΗ 2016 ΣΤΗΝ ΛΙΜΝΗ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

20 Φεβ 2012

Κυριακή της Απόκρεω


Ομιλία που εκφωνήθηκε από τον Πρωτ. Βασίλειο Περουλάκη
κατά την Κυριακή της Απόκρεω στις 12-2-2012
στον Ι. Ν. Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Αγίου Αντωνίου)

Η τρί­τη Κυ­ρια­κή του Τρι­ω­δί­ου εί­ναι α­φι­ε­ρω­μέ­νη στο πιο φο­βε­ρό γε­γο­νός της αν­θρώ­πι­νης ι­στο­ρί­ας, στη μέλ­λου­σα Κρί­ση, ως α­πα­ραί­τη­τος προ­βλη­μα­τι­σμός των πι­στών, την α­γω­νι­στι­κή αυ­τή πε­ρί­ο­δο.
Η μέλ­λου­σα Κρί­ση εί­ναι θε­με­λι­ώ­δης πί­στη της χρι­στι­α­νι­κής δι­δα­σκα­λί­ας, η ο­ποί­α θα συμ­βεί στο τέ­λος αυ­τού του πρό­σκαι­ρου κό­σμου και πε­ρι­γρά­φε­ται σα­φέ­στα­τα στο ευ­αγ­γέ­λιο του Ματ­θαί­ου (25,31-46).
Ο Κύ­ριος, λί­γο πριν το πά­θος Του, ο­μι­λών­τας για τα έ­σχα­τα και με­τά τις πα­ρα­στα­τι­κές πα­ρα­βο­λές των δέ­κα παρ­θέ­νων και των τα­λάν­των εί­πε πως, η φο­βε­ρή ε­κεί­νη ώ­ρα θα εί­ναι μο­να­δι­κή και συγ­κλο­νι­στι­κή.
Ο Θε­άν­θρω­πος Κύ­ριος θα έρ­θει μέ­σα στη θε­ϊ­κή του δό­ξα για να κρί­νει την αν­θρω­πό­τη­τα. Θα τον συ­νο­δεύ­ουν οι α­μέ­τρη­τες στρα­τι­ές των α­γί­ων αγ­γέ­λων. Μπρο­στά στον έν­δο­ξο θε­ϊ­κό του θρό­νο θα έ­χουν συγ­κεν­τρω­θεί ό­λοι οι άν­θρω­ποι ό­λων των αι­ώ­νων.
Κι ο μέ­γας Κρι­τής θα χω­ρί­ζει τους αν­θρώ­πους, ό­πως ο βο­σκός χω­ρί­ζει τα πρό­βα­τα α­πό τα γί­δια. Στα δε­ξιά του θα βά­λει τους δί­και­ους και στα α­ρι­στε­ρά του τους α­με­τα­νό­η­τους α­μαρ­τω­λούς.
Ε­κεί­νη τη φο­βε­ρή ώ­ρα θα α­κου­στεί η θε­ϊ­κή φω­νή του Ου­ρά­νιου Κρι­τή προς τους δι­καί­ους:
«Ε­λά­τε, οι ευ­λο­γη­μέ­νοι του Πα­τρός μου, να κλη­ρο­νο­μή­σε­τε τη Βα­σι­λεί­α που εί­ναι ε­τοι­μα­σμέ­νη για ε­σάς α­πό τό­τε που δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ο κό­σμος. Δι­ό­τι πεί­να­σα και μου δώ­σα­τε τρο­φή, δί­ψα­σα και μου δώ­σα­τε νε­ρό, ή­μουν ξέ­νος και με φι­λο­ξε­νή­σα­τε, γυ­μνός και με ντύ­σα­τε, άρ­ρω­στος και με ε­πι­σκε­φθή­κα­τε, φυ­λα­κι­σμέ­νος και ήλ­θα­τε να με πα­ρη­γο­ρή­σε­τε».
Και οι δί­και­οι με έκ­πλη­ξη και α­πο­ρί­α θα πουν: «Κύ­ρι­ε, πό­τε Σε εί­δα­με πει­να­σμέ­νο, δι­ψα­σμέ­νο, ξε­νι­τε­μέ­νο, γυ­μνό, άρ­ρω­στο, φυ­λα­κι­σμέ­νο και Σου δεί­ξα­με α­γά­πη»;
Και θα α­πο­κρι­θεί ο Κρι­τής: «Ε­φό­σον το κά­να­τε στους ά­ση­μους α­δελ­φούς μου, εί­ναι σαν να το κά­να­τε σε μέ­να. Ε­λά­τε λοι­πόν στη Βα­σι­λεί­α μου».
Πώς ό­μως θα εί­ναι αυ­τή η Βα­σι­λεί­α του Θε­ού; Ό­ποι­ες λέ­ξεις κι αν χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με δεν θα μπο­ρέ­σου­με να πε­ρι­γρά­ψου­με την α­σύλ­λη­πτη ω­ραι­ό­τη­τα της Βα­σι­λεί­ας των ου­ρα­νών, ό­πως α­κρι­βώς έ­νας εκ γε­νε­τής τυ­φλός δεν μπο­ρεί να πε­ρι­γρά­ψει την ω­ραι­ό­τη­τα της φύ­σε­ως.
Η Α­γί­α Γρα­φή βέ­βαι­α πα­ρου­σιά­ζει συμ­βο­λι­κές ει­κό­νες του Πα­ρα­δεί­σου, ο Α­πό­στο­λος Παύ­λος το­νί­ζει ό­τι σαν αυ­τά που ε­τοί­μα­σε ο Θε­ός γι’ αυ­τούς που Τον α­γα­πούν, «ὀ­φθαλ­μός οκ εἶ­δε καί ος οκ ἤ­κου­σε καί ἐ­πί καρ­δί­αν ἀν­θρώ­που οκ ἀ­νέ­βη» (Α’ Κορ. β’ 9).
Η ζω­ή του Πα­ρα­δεί­σου ό­χι μό­νο εν μπο­ρεί να πε­ρι­γρα­φεί, αλ­λά ού­τε και να συγ­κρι­θεί με κα­μιά ά­για χα­ρά του κό­σμου αυ­τού. Α­πό τη ζω­ή ε­κεί­νη θα α­που­σιά­ζει κά­θε «ὀ­δύ­νη, λύ­πη καί στε­ναγ­μός».
Ε­κεί δεν θα υ­πάρ­χουν α­δι­κί­ες, αρ­ρώ­στι­ες, θά­να­τος. Ε­κεί θα έ­χουν σβή­σει ό­λα τα πά­θη. Ε­κεί ό­λα θα εί­ναι γε­μά­τα χα­ρά. Ό­λα θα εί­ναι φως. Η με­γα­λύ­τε­ρη ό­μως χα­ρά και ευ­τυ­χί­α μας θα εί­ναι ό­τι θα βλέ­που­με δια­ρκώς «πρό­σω­πον προς πρό­σω­πον» το α­πα­στρά­πτον πρό­σω­πο του Χρι­στού.
Τα μά­τια μας δεν θα χορ­ταί­νουν να βλέ­πουν τη δό­ξα Του· τα αυ­τιά μας να α­κούν τη φω­νή Του και τις γλυ­κύ­τα­τες ψαλ­μω­δί­ες των αγ­γέ­λων και των α­γί­ων, το στό­μα μας να δο­ξο­λο­γεί α­κα­τά­παυ­στα τον βα­σι­λέ­α μας· τα χέ­ρια μας να υ­ψώ­νον­ται προς Αυ­τόν.
Ε­κεί θα λάμ­που­με ό­λοι ό­πως ο ή­λιος και θα μοι­ά­ζου­με στη μορ­φή και τη δό­ξα με τον Χρι­στό μας. Ε­κεί θα γί­νου­με κα­τά χά­ριν θε­οί.
Αλ­λά μέ­χρι να φθά­σου­με ε­κεί, ας στρα­φού­με προς τα ε­κεί κά­θε μέ­ρα το νου μας κι ας πλημ­μυ­ρί­σει την καρ­διά μας ο πό­θος της Βα­σι­λεί­ας του Θε­ού.
Κα­τό­πιν ο Κύ­ριος θα στρέ­ψει το βλέμ­μα Του α­ρι­στε­ρά στους α­με­τα­νό­η­τους α­μαρ­τω­λούς και θα τους πει: «Φύ­γε­τε α­πό κον­τά μου στο πυρ το αι­ώ­νιο, που έ­χει ε­τοι­μα­στεί για τον δι­ά­βο­λο και τους δαί­μο­νες. Δι­ό­τι ε­πεί­να­σα, και δεν μου δώ­σα­τε τρο­φή, δί­ψα­σα, και δεν μου δώ­σα­τε νε­ρό, ή­μουν ξέ­νος, και δεν με φι­λο­ξε­νή­σα­τε, γυ­μνός και δεν με ντύ­σα­τε, άρ­ρω­στος, και δεν με ε­πι­σκε­φθή­κα­τε, φυ­λα­κι­σμέ­νος, και δεν ήλ­θα­τε να με πα­ρη­γο­ρή­σε­τε».
Τό­τε αυ­τοί θα Του α­πο­κρι­θούν: «Πό­τε Σε εί­δα­με, Κύ­ρι­ε, πει­να­σμέ­νο, δι­α­ψα­σμέ­νο, ξε­νι­τε­μέ­νο, γυ­μνό, άρ­ρω­στο, φυ­λα­κι­σμέ­νο και δεν Σε υ­πη­ρε­τή­σα­με;­».
Και ο Κρι­τής θα τους α­παν­τή­σει: «Κα­θε­τί που δεν κά­να­τε στους ά­ση­μους α­δελ­φούς μου, ού­τε σε μέ­να το κά­να­τε». Τό­τε θα φύ­γουν αυ­τοί στην αι­ώ­νια κό­λα­ση.
Πώς θα ζουν α­λή­θεια οι άν­θρω­ποι στην αι­ώ­νια κό­λα­ση; Ό,τι και να πει κα­νείς, ε­λά­χι­στα μπο­ρεί να πε­ρι­γρά­ψει τη φρί­κη της κο­λά­σε­ως.
Ε­κεί οι κο­λα­σμέ­νοι θα υ­πο­φέ­ρουν φρι­κτά. Θα δο­κι­μά­ζουν ο­δυ­νη­ρούς πό­νους, α­κα­τά­παυ­στη δί­ψα, α­φό­ρη­τη α­γω­νί­α, τύ­ψεις βα­σα­νι­στι­κές, α­πελ­πι­σί­α και θά­να­το.
Δι­ό­τι θα εί­ναι πε­ρι­κυ­κλω­μέ­νοι α­πό τους μι­σάν­θρω­πους δαί­μο­νες και α­πό ό­λους τους κο­λα­σμέ­νους αν­θρώ­πους. Ε­πι­πλέ­ον θα βλέ­πουν αι­ω­νί­ως μέ­σα τους τα α­πο­τυ­πώ­μα­τα των α­μαρ­τι­ών τους, και η ντρο­πή που θα δο­κι­μά­ζουν θα εί­ναι φο­βε­ρή. Θα υ­πο­φέ­ρουν α­κό­μη, δι­ό­τι θα στε­ρούν­ται ό­λα ε­κεί­να τα ο­ποί­α α­πή­λαυ­σαν στην ε­πί­γεια ζω­ή τους.
Το με­γα­λύ­τε­ρο ό­μως μαρ­τύ­ριο των κο­λα­σμέ­νων θα εί­ναι ό­τι θα ζουν χω­ρίς Θε­ό.
Και μί­α μό­νο α­κτί­να της δό­ξας του αν εί­χαν, α­μέ­σως ο ά­δης θα γι­νό­ταν Πα­ρά­δει­σος! Οι κο­λα­σμέ­νοι θα υ­πο­φέ­ρουν μα­κριά α­πό την α­γά­πη του Θε­ού. Και δεν υ­πάρ­χει με­γα­λύ­τε­ρη φρί­κη α­πό την αι­ω­νι­ό­τη­τα χω­ρίς τον Χρι­στό! Δεν υ­πάρ­χει με­γα­λύ­τε­ρη κό­λα­ση α­πό το να χά­σου­με την Χρι­στό, ο Ο­ποί­ος εί­ναι ό­λος φως, ό­λος ζω­ή, ό­λος ω­ραι­ό­τη­τα.
Η μέλ­λου­σα κρί­ση εί­ναι α­να­πό­φευ­κτη και α­πορ­ρέ­ει α­πό την α­πό­λυ­τη δι­και­ο­σύ­νη του Θε­ού. Την πα­ρέ­λευ­ση αυ­τού του φθαρ­τού και τραυ­μα­τι­σμέ­νου α­πό την α­μαρ­τί­α κό­σμου θα ε­πι­σφρα­γί­σει η με­γά­λη και α­δέ­κα­στη κρί­ση του Χρι­στού, ως α­πα­ραί­τη­τη προ­ϋ­πό­θε­ση για την εί­σο­δο στη νέ­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα της βα­σι­λεί­ας του Θε­ού.
Οι άν­θρω­ποι, ως ε­λεύ­θε­ρα όν­τα, πρέ­πει να το­πο­θε­τη­θούν στη βα­σι­λεί­α του Χρι­στού α­νά­λο­γα με τη δι­κή τους ε­πι­λο­γή σε αυ­τή τη ζω­ή. Ύ­ψι­στο κρι­τή­ριο της κρί­σε­ως θα εί­ναι η στά­ση και συμ­πε­ρι­φο­ρά τους α­πέ­ναν­τι στους συ­ναν­θρώ­πους τους.
Η θε­τι­κή ή η αρ­νη­τι­κή στά­ση τους θα κρί­νει τε­λι­κά αν θα εί­ναι κλη­ρο­νό­μοι της βα­σι­λεί­ας του Θε­ού, ή θα εί­ναι προ­ο­ρι­σμέ­νοι να ρι­χτούν στην αι­ώ­νια κό­λα­ση, ό­που «ε­κεί έ­σται ο κλαυθ­μός και ο βρυγ­μός των ο­δόν­των» (Ματθ.24,51)­. 
Η εν­θύ­μη­ση της φο­βε­ράς μελ­λού­σης Κρί­σε­ως στην αρ­χή του Τρι­ω­δί­ου εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη, δι­ό­τι α­πώ­τε­ρος σκο­πός του ό­λου πνευ­μα­τι­κού α­γώ­να μας εί­ναι να βρε­θού­με εκ δε­ξι­ών του Δε­σπό­τη Χρι­στού, κα­τά τη με­γά­λη Kρί­ση.
Αυ­τό εί­ναι α­πο­τυ­πω­μέ­νο κάλ­λι­στα στην υ­πέ­ρο­χη υ­μνω­δί­α της η­μέ­ρας. Οι ά­γιοι υ­μνο­γρά­φοι συ­νέ­θε­σαν δι­δα­κτι­κό­τα­τα τρο­πά­ρια, τα ο­ποί­α προ­τρέ­πουν τους πι­στούς να συ­ναι­σθαν­θούν την ε­περ­χό­με­νη βε­βαί­α και φο­βε­ρή Κρί­ση.
Σε έ­να α­πό αυ­τά ψάλ­λου­με: «Την φο­βε­ράν της κτί­σε­ως, και αρ­ρή­του σου δό­ξης, η­μέ­ραν εν­θυ­μού­με­νος, φρίτ­τω, Κύ­ρι­ε, ό­λως και τρέ­μων φό­βω κραυ­γά­ζω· Ε­πί γης ό­ταν έλ­θης, κρί­ναι, Χρι­στέ, τα σύμ­παν­τα, ο Θε­ός με­τά δό­ξης, τό­τε οι­κτρόν, α­πό πά­σης ρύ­σαί με τι­μω­ρί­ας, εκ δε­ξι­ών σου, Δέ­σπο­τα, α­ξι­ώ­σας με στή­ναι».
Ε­κεί­νο λοι­πόν το ο­ποί­ο πρέ­πει κυ­ρί­ως να φο­βό­μα­στε ως προς την κό­λα­ση εί­ναι η αι­ώ­νια στέ­ρη­ση της α­γά­πης του Θε­ού.
Γι’ αυ­τό ας α­γα­πή­σου­με α­πό τώ­ρα τον Κύ­ριο και τις ά­γι­ες και σω­τή­ρι­ες εν­το­λές του κι ας α­γω­νι­ζό­μα­στε κα­θη­με­ρι­νά να ζού­με ό­πως θέ­λει Ε­κεί­νος.
Για να αν­τι­κρί­σου­με κι ε­μείς το ο­λο­φώ­τει­νο πρό­σω­πό του και να α­κού­σου­με τη γλυ­κύ­τα­τη φω­νή του να μας κα­λεί κον­τά του. «Δεύ­τε οί ευ­λο­γη­μέ­νοι του πα­τρός μου, κλη­ρο­νο­μή­σα­τε την ή­τοι­μα­σμέ­νην ύ­μίν βα­σι­λεί­αν α­πό κα­τα­βο­λής κό­σμου» ΑΜΗΝ.

ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ

ΠΩΣ ΘΑ ΜΑΣ ΒΡΕΙΤΕ (Ι. Ν. ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΣΤΡ. ΚΟΡΑΚΑ 2)

ΧΑΡΤΗΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΩΝ ΑΠ' ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΩΡΑ ΣΕ ΚΑΘΕ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ

ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΚΑΙΡΟΥ

Επιστροφή στην Αρχική Σελίδα