30 Μαρ 2011

Ακολουθία Κυριακής Δ΄ Νηστειών

Επισκεφθείτε το μενού Τυπικό των Κυριακών & των Εορτών για να εκτυπώσετε την Ακολουθία της Κυριακής Δ΄ Νηστειών (Οσίου Ιωάννου της Κλίμακος) με πλήρη τυπική διάταξη του Εσπερινού και του Όρθρου.
Πιέστε εδώ

29 Μαρ 2011

"Ἡ Κυριακή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως"




Πρός
Τούς εὐσεβεῖς Χριστιανούς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Ἡ Γ΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν ὀνομάζεται Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως καὶ βρίσκεται στὸ μέσον τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία προβάλει σήμερα τὸν Τίμιο Σταυρό, γιὰ νὰ τὸν προσκυνήσουμε καὶ νὰ ἐνισχυθοῦμε στὸν πνευματικό μας ἀγώνα.
Ὁ Τίμιος Σταυρὸς δὲν εἶναι ἕνα ἁπλὸ ξύλο, ἀλλὰ τὸ Σημεῖο τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ὅπως ἡ σημαία, ποὺ εἶναι ἕνα ἁπλὸ πανί, μᾶς κάνει στὸ πέρασμά της νὰ ἀναρριγοῦμε, γιατί ἐκφράζει τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια της πατρίδας μας, ἔτσι καὶ μὲ τὸ Σταυρὸ ὁ νοῦς μας ἀνεβαίνει στὸ Γολγοθά, ἀτενίζει τὸν Ἐσταυρωμένο Λυτρωτή, κοινωνεῖ ἀπὸ τὶς θεῖες πληγές Του, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἐκπορεύτηκε ἡ αἰώνια ζωή, ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου.
Ὅποιος ἀτενίζει τὸ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ διαβάζει στὸ σχῆμα καὶ στὸ σύμβολό Του ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο, τὴν ἀπροσμέτρητη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν κόσμο. Ὁ Σταυρός μᾶς ἀποθέτει στὴν ἀγκαλιὰ τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ Σταυρὸς εἶναι τὸ φυλακτήριο καὶ ἡ Ἁγία Τράπεζα τῆς ἀληθινῆς θεολογίας. Ἔξω ἀπὸ τὸν Σταυρό δὲν ὑπάρχει ζῶσα γνώση Χριστοῦ. Ἡ τελειότητα εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὴν ἄρση τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ μονάχα στὴν ἐξωτερική του ὄψη φαίνεται σκληρὸς καὶ δύσκολος. Τό φορτίο τοῦ Σταυροῦ εἶναι ἐλαφρόν. Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ σώζει. Ὁ δικός Του Σταυρὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δίδει νόημα στὴ ζωή μας. Δίχως τὸ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ ὁ χριστιανὸς δὲν ἔχει τὴ δύναμη νὰ προχωρήσει στὸν πνευματικό του ἀγώνα, μέσα στοὺς τόσους πειρασμοὺς ποὺ ἀντιμετωπίζει.
Ὅταν κάνουμε τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ λαμβάνουμε τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ νικήσουμε τὴν ἁμαρτία καί τόν διάβολο, ἀλλὰ καί προσφέρουμε ἀληθινὴ λατρεία στὸ Θεό.
Ὁ Σταυρὸς δείχνει πὼς ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ὁρι­στικὰ ὑποταγμένοι στὴν κυριαρχία τῆς ὀδύνης καὶ τοῦ διαβόλου, ἀλλὰ σώζονται μὲ τὴν ἀήττητη καὶ ἀκατάλυτη δύναμή Του. Ὁ Σταυρὸς εἶναι ἡ ἰσχὺς καὶ ἡ δόξα ὅλων τῶν ἀπ’ αἰῶνος Ἁγίων.
Ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο εἶναι σταυρική. Ὁ βίος μας μοιάζει μὲ μία ἀπέραντη θάλασσα, στὰ κύματα τῆς ὁποίας κλυδωνιζόμαστε καθημερινά. Ἔχει ἀπόλυτη ἐφαρμογὴ ὁ λόγος τῆς ἁγίας Συ­γκλητικῆς, ποὺ χαρακτηρίζει τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου ἱστίο, μὲ τὸ ὁποῖο διαπλέουμε τὸ πέλαγος τῆς ζωῆς.
Ὁ Χριστὸς ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ὅλων τῶν αἰ­ώνων ὅρισε τοὺς ὅρους, μὲ τοὺς ὁποίους ἐντάσσονται στὴν στρατιά Του. Ἡ ἔνταξη αὐτὴ δὲν γίνεται ἀναγκαστικά. Ὁ Θεὸς σέβεται τὴν ἐλευθερία μας, ἀκόμη κι ἂν αὐτὴ γίνεται, πολλὲς φορὲς, αἰτία τῆς ἀπώλειας τῆς ψυχῆς μας.
Γιὰ νὰ εἴμαστε μὲ τὸ Χριστὸ μήτε εὔκολο πράμα εἶναι, μήτε σύντομο. Ὁ Χριστός ζητεῖ τήν ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ μας, τήν μακροχρόνια ἀκολουθία μαζί Του. Δὲν μποροῦμε νὰ λέμε πὼς ἀκολουθοῦμε τὸ Χριστὸ καὶ ταυτόχρονα νὰ μὴν ἐγκαταλείπουμε τὸ διάβολο. Σὲ δύο κυρίους, κατὰ τὸν λόγο Του, δὲν μποροῦμε νὰ δουλεύουμε.
Ὅταν ὁ Χριστός μᾶς καλεῖ νὰ ἀρνηθοῦμε τὸν ἑαυτό μας, δὲν μᾶς καλεῖ νὰ τὸν ἀπαξιώσουμε, ἀλλὰ νὰ ξεπεράσουμε τὶς ἀναστολές, τὰ ἐμπόδια πού μᾶς ἐγκλωβίζουν. Καί δὲν φτάνει ἡ ἄρνηση τοῦ ἑαυτοῦ μας, οὔτε ἡ ἄρση τοῦ σταυροῦ μας, ποὺ μπορεῖ καὶ τὰ δυὸ νὰ γίνονται ἀπὸ ἐγωιστικὲς ψυχικὲς παρορμήσεις, ἀλλὰ ἀπαιτεῖται ἡ προσήλωση, ἡ ἀφοσίωση στὸ λόγο Του.
Νὰ εὐχαριστοῦμε τὸ Θεὸ γιὰ τὸ σταυρὸ ποὺ ἐπιτρέπει νὰ σηκώνουμε. Σταυρὸς τοῦ κάθε ἀνθρώπου εἶναι οἱ θλίψεις καὶ ὁ κόπος τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ἡ νηστεία, ὁ πνευματικὸς ἀγώνας, ἡ συγχώρηση. Σταυρὸς εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ.
Τὸ νὰ ὑπομένουμε καρτερικὰ τὸν σταυρό μας, ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστά­σεως, ἀποτελεῖ ἀληθινὴ μετάνοια. Ὅσοι δὲν μετανοοῦν καὶ δὲν συγχω­ροῦν πεθαίνουν πάνω στὸν σταυρό τους, μὲ αἰώνιο θάνατο, ὅπως ὁ βλάσφημος ληστής.
Ἀγαπητοί μου,
Ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ προσωπικοῦ μας σταυροῦ ἂς δοξολογήσουμε τὸν Κύριο μὲ τὴν φωνὴ τοῦ εὐγνώμονος ληστοῦ: «Μνήσθητί μου Κύριε ὅταν ἔλθης ἐν τῇ βασιλείᾳ Σου». Ἂς ἀποβάλουμε κάθε λογισμὸ μεμψιμοιρίας καὶ γογγυσμό ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Ὅσοι γογγύζουν, μέμφονται, βλασφη­μοῦν τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, παραδίδονται στὴν ἀπελπισία καὶ στὴν ἀπόγνωση, τοὺς ἐγκαταλείπει ἡ Θεία Πρόνοια.
Ὁ Χριστὸς σταυρώθηκε γιὰ νὰ ζήσουμε ἐμεῖς. Στὴ σταυρική Του θυσία κάλεσε νὰ ἀποθέσουμε τὴ ζωή, τὰ ἔργα, τὴν ἐλπίδα μας. Στὸ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ μᾶς καλεῖ ἡ Ἐκκλησία νὰ βιώσουμε τὴν προοπτική της ἀναστάσεως μας. «Δεῦτε, λοιπόν, πιστοί τό Ζωοποιόν Ξύλον προσκυνήσωμεν», ἀναφωνοῦντες «τόν Σταυρόν Σου προσκυνοῦμεν Δέσποτα καί τήν Ἁγίαν Σου Ἀνάστασιν δοξάζομεν».

† Ὁ Πέτρας καί Χερρονήσου Νεκτάριος


24 Μαρ 2011

Γίνεσαι κυρά Ρωμιά, να χαρείς την Παναγιά;

Του Πρωτ. Γεωργίου Ατσαλάκη         
Χαῖρε Νύμφη, Ἀνύμφευτε
         Από το όμορφο  βιβλίο, του Στέφανου Γρανίτσα, «Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου», καταγράφω το απόσπασμα ενός δημοτικού τραγουδιού, που συγκινεί την ψυχή μου και δονεί την εθνική μου συνείδηση.
          Το τραγούδι περιγράφει τα βάσανα του έλληνα τον καιρό της τουρκοκρατίας και εξυμνεί με συγκλονιστικό, αλλά απόλυτα ρεαλιστικό τρόπο, τη ρωμιοσύνη, δηλ. την πίστη στο Θεό και την αγάπη στη σκλαβωμένη πατρίδα.
          Δυο παιδιά ελληνόπουλα,  δουλεύουν σκληρά σε μια χήρα τούρκισσα, που τα κεντρίζει με τη χαρά της ζωής -που τα περιμένει - αν αλλάξουν και γίνουν τουρκόπουλα. Κι εκείνα απαντούν με τόση χαρά για την πίστη και τα έθιμα τους και προβάλλουν ως αδιαπραγμάτευτη  τη θρησκεία τους και τις παραδόσεις  του υπόδουλου γένους, που παρά τις πολλές του κακουχίες, παρέμενε ελεύθερο και περήφανο στην ψυχή του.
«Δυο παιδιά Ρωμιόπουλα και Γρεβενιτόπουλα,
χήρα τούρκα δούλευαν με βουβαλοζεύγαρα.
Όλη μέρα στη δουλειά και το βράδυ στο σκιντιό».
          Τους λέει λοιπόν η τούρκισσα  γυναίκα:
 «Βρε παιδιά ρωμιόπουλα, γίνετε τουρκόπουλα,
 να χαρείτε την τουρκιά και τα γρίβα τ’ άλογα».
             Και τα παιδιά απαντούν:
«Γίνεσαι κυρά Ρωμιά, να χαρείς την Παναγιά;
Να χαρείς και τη Λαμπρή, με τα κόκκινα τ’ αυγά;»
          Το τραγούδι δεν εκφράζει την θλίψη και την καταχνιά της δουλείας, όσο σκληρή κι αν ήταν αυτή, αλλά τη χαρά που ζούσαν οι έλληνες  και χαιρόταν «την Παναγιά και τη Λαμπρή», τα πληγωμένα αλλά ζωντανά σύμβολα του λαού. Αυτή η χαρά,  φανερώνει τη δύναμη που κράτησε για τόσους αιώνες, ελεύθερη την ελληνική ψυχή.
          Αυτά τα λόγια  συγκινούν και σήμερα την ψυχή μου, που βλέπω τους ελεύθερους πια έλληνες ν’ αγαπούν την Παναγία και να επισκέπτονται με τόση χαρά, αυτό τον ευλογημένο καιρό που ψάλλονται οι Χαιρετισμοί της στις Εκκλησίες, και τα μοναστήρια της. Πιο πολύ απ’ όλους, ο Παπαδιαμάντης και ο Κόντογλου, μπόρεσαν να αποτυπώσουν με το πιο γλαφυρό και παραστατικό τρόπο, τη λαϊκή ευσέβεια και «λατρεία» στην Παναγία.
          Το πρόσωπο της Παναγίας, είναι για τους χριστιανούς, όχι μόνο σημείο αναφοράς στον πόνο τους, αλλά και στη χαρά τους.  Η Παναγία στην Αποκάλυψη «είναι ντυμένη τον ήλιο,  με το φεγγάρι κάτω από τα πόδια της και στο κεφάλι της έχει στεφάνι με 12 αστέρια», τα ονόματα των 12 Αποστόλων, που πολύ την αγαπούσαν και ήταν η χαρά τους.  
          Ο Άγιος Νεκτάριος, που τόσο πολύ αγαπά την Παναγία, την ονομάζει «Χαρά των Αρχαγγέλων». Κυρίως όμως η Παναγία, είναι η χαρά όλων των Αγγελικών Δυνάμεων, αλλά και όλων των Αγίων, των Μοναχών και των Ιερέων. Τα εκκλησάκια της, πλημμυρίζουν από ευλαβικές ψυχές, που με δάκρυα πόνου και χαράς προσκυνούν το εικόνισμα της  κι ανάβουν ένα κεράκι στη χάρη της.
          Στο άκουσμα της λέξεως «Παναγία», οι χριστιανοί,  γεμίζουν από χαρά και ευγνωμοσύνη και στη θέα της εικόνας της, από παρηγοριά  και ελπίδα. Μ’ αυτή την έννοια, τα λόγια του δημοτικού τραγουδιού της «Πονεμένης Ρωμιοσύνης»,
που χαίρονται την Παναγία, δεν απέχουν της θεολογικής ακρίβειας.
          Χαίρονται την Παναγία οι ιερείς όταν λειτουργούν και κάνουν τόσες φορές αναφορά στη χάρη της. Χαίρονται την Παναγία, οι «νύμφες» του Χριστού, οι μοναχές, που μεταρσιώνονται όταν της ψάλλουν τα εγκώμια και τους δοξαστικούς ύμνους. Χαίρονται την Παναγία όσοι την αγαπούν και νιώθουν τη χάρη της, όσοι ευλαβικά την παρακαλούν. Χαίρονται την Παναγία, όσοι τη βλέπουν ως «προστασία των χριστιανών», ως «άγκυρα ελπίδας»,  ως «πέλαγος ευσπλαχνίας»,  ως στοργική μητέρα, «πλατυτέρα των ουρανών».
          Χαίρονται την Παναγία, όσοι  προσκυνούν τον Τίμιο Σταυρό και σηκώνουν υπομονετικά τους σταυρούς του πόνου και των δοκιμασιών τους. Χαίρονται την Παναγία, όσοι γιορτάζουν τον Ευαγγελισμό Της και αγαπούν την Εκκλησία. Όσοι ψάλλουν αυτές τις ημέρες τους Χαιρετισμούς στη χάρη της και πιστεύουν στην Σκέπη και την Προστασία Της . 

22 Μαρ 2011

Τυπικό Κυριακής Γ΄ Νηστειών (Σταυροπροσκυνήσεως)

Επισκεφθείτε το μενού Τυπικό των Κυριακών & των Εορτών για να εκτυπώσετε την Ακολουθία της Κυριακής Γ΄ Νηστειών (Σταυροπροσκυνήσεως) με πλήρη τυπική διάταξη του Εσπερινού και του Όρθρου.

Πιέστε για Κυριακή Σταυροπροσκυνήσεως

Πιέστε για Κατανυκτικό Εσπερινό Γ΄ Νηστειών

18 Μαρ 2011

«Φώτισον μου τα σκότη»

          Του Πρωτ. Γεωργίου Ατσαλάκη


Αυτή η κραυγή,  ανήκει στον μεγάλο Πατέρα της Εκκλησίας μας και πρόμαχο της ορθοδόξου πίστεως μας,  Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, που γιορτάζει τη Β΄ Κυριακή των Νηστειών, της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.  Ήταν η εναγώνια προσευχή του, να του φωτίσει τα σκότη ο Θεός. Και τα φώτισε τόσο δυνατά, που έγινε όλος φως  και είδε καθαρά τα μυστήρια του Θεού και τα μυστήρια του ανθρώπου και διαφύλαξε την Ορθόδοξη εκκλησία από τις δογματικές παρεκκλίσεις της Δυτικής εκκλησίας και τις επιρροές της φιλοσοφικής σκέψης.
          
Είδε ένα όραμα, ότι κρατούσε στα χέρια του μια λεκάνη με γάλα. Ξαφνικά το γάλα άλλαξε χρώμα και ουσία και έγινε κρασί και ξεχείλισε και πότισε τη γη. Ο Άγιος Γρηγόριος κατάλαβε, ότι αυτό ήταν ένα μήνυμα του Θεού, για το νέο του κήρυγμα,  που έπρεπε να είναι  βαθειά θεολογικό, για να εκφράζει τις αλήθειες, για τις οποίες γεννήθηκε ως άνθρωπος και σταυρώθηκε στον κόσμο ο Χριστός.  Γι’ αυτό ελέγχει τους αιρετικούς και τους λέει: «Πώς μπορέσατε να βάλετε τόσα σύννεφα, ανάμεσα στο Θεό και τους  ανθρώπους; Τόσες εσφαλμένες διδασκαλίες; Πώς μπορέσατε να αποκόψετε τη γη από τον ήλιο, τον άνθρωπο από το φως του Χριστού;»
          
Σήμερα οι άνθρωποι της εκκλησίας, κι αν δεν μπορούμε να «κατανοήσομε» τα μυστήρια του Θεού, μπορούμε να δεχτούμε, όπως οι τρεις μαθητές στο Θαβώρ, το φως της Μεταμορφώσεως,  που φωτίζει και θερμαίνει σε όλους τους αιώνες την εκκλησία, τους ανθρώπους που αληθινά πιστεύουν στο Χριστό και τον αγαπούν. Για να γίνει όμως αυτό, χρειάζεται να προετοιμάσομε τις ψυχές μας, με την πίστη και την προσευχή και τη ζωή της αγάπης, να φύγουν τα σύννεφα που μας εμποδίζουν να δούμε καθαρά τον Χριστό, ως Θεό και σωτήρα μας.
          
Το παράδοξο είναι ότι, στις ώρες που ζούμε, που φτάσαμε στην κορύφωση της αλαζονείας και της πνευματικής σύγχυσης, δεν καταλαβαίνει κανείς, αν έχει στην ψυχή του σκοτάδια, πνευματικά  ή ηθικά. Απεναντίας πιστεύει, ότι έχει μόνο φως, ότι τα γνωρίζει όλα, ότι είναι τέλειος, αλάνθαστος  και  δεν αναγνωρίζει τίποτε πιο πάνω από τον εαυτό του.  
         
Κι όμως θα μπορούσε τουλάχιστο,  ν’ ακούσει τον δικό μας φιλόσοφο  Σωκράτη,  να του μιλεί για το «γνώθι σαυτόν» και τον  Μέγα Αντώνιο να του λέει,  ότι ο πιο σοφός άνθρωπος,  είναι εκείνος που αναγνωρίζει την άγνοια του. Για την εκκλησία βέβαια,  τα σκοτάδια δεν είναι μόνο γνωστικά, δεν αφορούν μόνο τη γνώση,  αλλά κυρίως είναι οντολογικά, ηθικά και πνευματικά.  
          
Η λογική στην εποχή μας μεσουρανεί και βασιλεύει και προκαλεί  το θαυμασμό του ανθρώπου και είναι αναμφισβήτητα στον τεχνικό τομέα τα επιτεύγματα της,  αλλά και οι κίνδυνοι της. Γι αυτό βλέπομε ότι, με όση ευκολία δημιουργεί έργα προόδου, με άλλη τόση ευκολία δημιουργεί μέσα καταστροφής. Από πολεμικά όπλα, μέχρι ναρκωτικά και καταστροφές στο περιβάλλον, που άμεσα πια, απειλούν την ύπαρξη του ανθρώπου. Μόνο ένας που εθελοτυφλεί, δεν βλέπει στην παρούσα φάση του κόσμου την απανθρωπία και τη σκληρότητα και τις συνέπειες της αποθέωσης της ύλης και του πλούτου, που έφερε την οικονομική και πνευματική κρίση στους λαούς. Η απληστία του σύγχρονου ανθρώπου, είναι η μεγαλύτερη αμαρτία του.
          
Για την εκκλησία όμως, πέρα από τις λογικές δυνάμεις της ψυχής,  υπάρχει ο νους, το ηγεμονικό της μέρος, ο οφθαλμός της, κατά τους Νηπτικούς πατέρες.   Μια ενέργεια  μεγάλη του νου, είναι η λογική, αλλά δεν είναι όλος ο άνθρωπος. Ο νους είναι το πνεύμα του ανθρώπου. Αυτός είναι το φως που φωτίζει ολόκληρη την ψυχή. Όταν ο νους είναι φωτεινός, φωτίζει και τις λογικές και τις συναισθηματικές δυνάμεις και επιθυμίες της ψυχής. Όταν είναι σκοτεινός, σκοτεινιάζει η ψυχή του ανθρώπου, σκληραίνει η καρδιά του και  φέρει στη ζωή του, πολλή δυσαρμονία  και κακό.
          
Για την εκκλησία, στο νου εδράζεται το «κατ’ εικόνα» του Θεού και όταν τον φωτίζει ο Θεός, φωτίζεται ολόκληρη η ψυχή του. Όταν όμως δεν δέχεται τις Θεϊκές ελλάμψεις, έχει σκοτασμό και γίνεται απάνθρωπος, θηριώδεις ή και δαιμονιώδης. Γι’ αυτό βλέπομε, πόσοι άνθρωποι προσπαθούν, να μας παρουσιάσουν το μαύρο άσπρο, την ανηθικότητα ηθική, την ανεντιμότητα πρόοδο, την απάτη εξυπνάδα, την αμαρτία απελευθέρωση, το κακό ελευθερία,  την απιστία πολιτισμό, τη ζούγκλα «φυσικό» τρόπο και ήθος ζωής.
          
Σκέπτομαι πολλές φορές,  πόσο μοιάζει ο σημερινός άνθρωπος,  σε θέματα συνειδήσεως και αυτογνωσίας,  με τον άνθρωπο του Κάφκα, στο πολύκροτο έργο «Η Δίκη», όπου διακηρύσσει ότι είναι αθώος, ότι δεν τον αγγίζει κανένα είδος ενοχής. Παρότι για την ορθόδοξη εκκλησία, το κακό και η αμαρτία, δεν είναι μόνο ενοχή απέναντι στο Θεό, αλλά κυρίως αρρώστια, οι άγιοι της εκκλησίας,  βιώνουν τη μεγαλύτερη αυτογνωσία, που έχει ποτέ διατυπωθεί στην ανθρώπινη ιστορία και ενώ είναι άγιοι, θεωρούν τους εαυτούς των αμαρτωλούς,   διακηρύσσουν ότι είναι ένοχοι απέναντι στην αγιότητα του Θεού και στην αγάπη των ανθρώπων-  που δεν μπορούν να έχουν στο βαθμό που επιθυμούν - και προφυλάσσονται από την εωσφορική αλαζονεία.   

          
Τα σκότη λοιπόν, όποια μορφή κι αν έχουν,  υπάρχουν σε όλων μας τις ψυχές. Το έργο μας ως χριστιανών είναι, να τα συνειδητοποιήσομε - γιατί η ασυνειδησία, είναι η μεγαλύτερη αλλοτρίωση. Να ζητήσομε να τα φωτίσει, με τη μυστηριακή και ηθική  ζωή της  Εκκλησίας μας ο Θεός και θα αισθανθούμε το φως του Χριστού, να γαληνεύει και να φωτίζει τις καρδιές μας.

Οι Άγιοι σαράντα Μάρτρυρες


Του Πρωτ. Γεωργίου Ατσαλάκη


Ήταν παγωμένη η λίμνη της Σεβάστειας του Πόντου, τη νύχτα της 9ης  Μαρτίου, του έτους 320.  Ο ήλιος που δειλά-δειλά πήγε να ανατείλει το πρωί, φώτιζε μέσα στα παγωμένα νερά της λίμνης, σαράντα στρατιώτες, από διάφορες πατρίδες, της πανίσχυρης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας,  που όλη τη νύχτα ξεπέρασαν τα όρια του πόνου, για να μην  αρνηθούν τον αγαπημένο τους Χριστό.

 Ύστερα από πολλά βασανιστήρια, τους έριξαν στην παγωμένη λίμνη, μια νύχτα που το κρύο πάγωνε το αίμα, στις φλέβες των ανθρώπων. Στις ψυχές τους αντηχούσαν, τα λόγια του Χριστού: «Ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσιν. Ει εμέ εμίσησαν και υμάς μισήσουσιν».  «Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε, αλλά θαρσείτε, εγώ νενίληκα τον κόσμον».
          
Μ’ αυτή τη δύναμη του Χριστού και με τη βεβαιότητα στην πραγματικότητα της βασιλείας του, οι άγιοι μάρτυρες, αντιμετώπισαν το φοβερό διωγμό, που είχε κηρύξει ο ρωμαίος αυτοκράτορας Λικίνιος, εναντίον των Χριστιανών. Όπως ο πάγος έσκιζε τα σώματα τους και το αίμα τους έβαφε κόκκινο το παγωμένο νερό, έβλεπαν με τα μάτια της ψυχής τους το τέλος των διωγμών, που πλησίαζε με το Μεγάλο Κωνσταντίνο, όταν  το 313 με το διάταγμα των Μεδιολάνων, θα δώσει ανεξιθρησκία  στους λαούς κι αργότερα θα χαρίσει πλήρη ελευθερία στους χριστιανούς, να λατρεύουν το Θεό τους και να οικοδομούν χωρίς φόβο, θυσιαστήρια και εκκλησίες.
         
Όλοι τη νύχτα του μαρτυρίου, οι άγιοι μάρτυρες ενδυνάμωναν ο ένας τον άλλο και έλεγαν: «Δριμύς ο χειμών, αλλά γλυκύς ο παράδεισος». Οι ρωμαίοι στρατιώτες, για να δελεάσουν τους μάρτυρες, άναψαν φωτιές γύρω από τη Λίμνη. Ένας από τους σαράντα, την τελευταία στιγμή, λιποψύχησε. Βγήκε από τη λίμνη και πλησίασε τη φωτιά. Νίκησε η ανθρώπινη αδυναμία, μπροστά στην απειλή του θανάτου.
          
Τότε ένας ρωμαίος στρατιώτης, είδε ένα όραμα. Είδε σαράντα αγγέλους, με σαράντα στεφάνια, να κατεβαίνουν από τον ουρανό, να στεφανώνουν τους μάρτυρες. Οι μάρτυρες όμως, είχαν μείνει 39. Τότε  φωνάζει: «Είμαι χριστιανός». Βγάζει τα ρούχα του και πέφτει γυμνός μέσα στη λίμνη και συγκαταλέγεται κι εκείνος - με το μαρτύριο της 12ης ώρας - στους Αγίους σαράντα.
           
Στη συνέχεια, παίρνουν οι δήμιοι τους μάρτυρες. Σε όσους ζούσαν ακόμη, έσπασαν τα πόδια και τους έριξαν σε φωτιά, για να κάψουν τα σώματα τους. Ο λόγος ήταν προφανής: Για να μη μείνουν τα λείψανα τους, στα χέρια των χριστιανών.
         
Ένας νέος μάρτυρας, ο Μελίτων, ζούσε ακόμα και η μητέρα του που παρακολουθούσε το μαρτύριο του, με το μαχαίρι του πόνου στην καρδιά, σαν μάνα, αλλά με την πίστη και της ελπίδα, της χριστιανής μητέρας, τον ενδυνάμωνε και του έδειχνε τον ουρανό, την αιωνιότητα, στην οποία θα συναντούσε το Χριστό.
         
Μόλις έκαψαν τα σώματα τους, έριξαν τα οστά που έμειναν σ’ ένα ποταμό, για να χαθούν, να μην τα βρουν οι χριστιανοί. Τόσο ήταν το μίσος των διωκτών, εναντίον της εκκλησίας, γιατί καταλάβαιναν, από το βασιλιά μέχρι τον τελευταίο στρατιώτη, ότι εξαιτίας του χριστιανισμού, έτριζαν επικίνδυνα τα θεμέλια, της ειδωλολατρικής αυτοκρατορίας.
          
Τις ψυχές των αγίων σαράντα μαρτύρων, ανέβασαν οι άγγελοι στο θρόνο του Θεού, όπου απολαμβάνουν από τότε,  τη ζωαρχική αθανασία της Αγίας Τριάδος, δοξάζοντες ακατάπαυστα το Θεό και ψάλλοντες μαζί με τους αγγέλους, τον τρισάγιο ύμνο. Τα λείψανα τους χαρίτωσε στη γη το Πανάγιο Πνεύμα και έγιναν ευλογία και δύναμη στους πιστούς, που με ευλάβεια τα προσκυνούν. Και πρέπει να τονίσομε σ’ αυτό το σημείο, ότι η μεγαλύτερη αγωνία των χριστιανών, ήταν να μην αρνηθούν, την ώρα του μαρτυρίου το Χριστό και η μεγαλύτερη χαρά, να περισυλλέξουν τα λείψανα των μαρτύρων, που τα προσκυνούσαν, «ως μέλη Χριστού» και τους απέδιδαν μεγάλη ευλογία.
         
Σε μια εποχή άκρατου ατομικισμού, λογικοκρατίας και θρησκευτικού σχολαστικισμού, το μαρτύριο των  Αγίων, ηχεί παράξενα  και η αγάπη στο Χριστό, δεν φαίνεται να έχει ανάγκη, από τέτοιες θυσίες. Την εποχή όμως των διωγμών, ήταν μεγάλη προδοσία, να αρνηθείς το Θεό, όπως ήταν στην αρχαία Ελλάδα, να αρνηθείς την πατρίδα σου. Αρκεί κανείς να διαβάσει, το μαρτυρολόγιο του Αγίου Ελευθερίου, που χειροτονήθηκε σε μικρή ηλικία ιερεύς, σε μια κατακόμβη της Ρώμης.
          
Την ώρα της χειροτονίας, που όλοι με συγκίνηση  παρακολουθούσαν,   ακούστηκε από κάτω μια φωνή, που έκαμε όλους να δακρύσουν: «Και να μαρτυρήσεις για το Χριστό, σου εύχομαι παιδί μου!» Ήταν η Ανθία, η μητέρα του Αγίου Ελευθερίου. Δεν αγαπούσε το παιδί της; Ασφαλώς το αγαπούσε. Αλλά πάνω από το παιδί της, υπήρχε ο Χριστός, που χαρίζει στον άνθρωπο τη ζωή και την αθανασία.
          
Τόσο πολύ το αγαπούσε το παιδί της η Ανθία, που την ώρα του μαρτυρίου του, έτρεξε και το αγκάλιασε σφιχτά και το φιλούσε από πόνο σαν μάνα και από χαρά για την πίστη του και την ευλάβεια του. Εκείνη την ώρα, το σπαθί του Δημίου, χτύπησε αλύπητα, μαζί με το παιδί και τη μητέρα και το αίμα τους ενώθηκε και πότισε τη γη και το δέντρο της εκκλησίας, που γιγαντώθηκε κι απλώθηκε σ’ όλη την οικουμένη. Οι ψυχές τους αγάλλονται, μαζί με τους αγγέλους στη βασιλεία του Θεού και η εκκλησία τούς γιορτάζει, με ύμνους και με τη θεία λειτουργία, την ίδια ημέρα.

          
Για όλα αυτά, λέει στην ομιλία του, για τους σαράντα μάρτυρες, ο Μέγας Βασίλειος: «Και σαράντα γλώσσες αν είχα, δεν θα μπορούσα επάξια να σας υμνήσω, άγιοι Μάρτυρες».

15 Μαρ 2011

Τῇ Ὑπερμάχῳ...

"Ἡ Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας"



Πρός
Τούς εὐσεβεῖς Χριστιανούς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας σήμερα. Ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας τὴν ἀναστήλωση τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων, ἔπειτα ἀπὸ μία μεγάλη περίοδο εἰκονομαχίας ποὺ συντάραξε τὴν Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία. Ἡ εἰκονομαχία ἦταν χριστολογικὴ αἵρεση. Οἱ εἰκονομάχοι ἦταν μονοφυσίτες. Ὅποιος ἀρνεῖται νὰ προσκυνήσει τὴν ἄχραντο Εἰκόνα τοῦ Χρι­στοῦ, ἀρνεῖται τὴν ἐνανθρώπιση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ.
Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἦχος καὶ φῶς, μουσική, ἀνάγνωσμα, εἰκόνα. Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν εἶναι μόνο πνεῦμα, ἀλλὰ σάρκα καὶ ὕλη. Ἀπὸ τὰ αἰσθητὰ ἀνάγεται ὁ νοῦς μας στὰ ὑπεραισθητά, γι’ αὐτό ἔχουν μεγάλη σημασία οἱ Ἱερὲς Εἰκόνες στὴν Ἐκκλησία μας, στὴ ζωή μας. Ἡ Εἰκόνες δέν εἶναι θρησκευτικές παραστάσεις ἀλλά ἐσχατολογικές προεικονίσεις καί ἔχουν χρήση λειτουργική καί ὄχι διακοσμητική. Ὁ φυσικός τους χῶρος δέν εἶναι τά μουσεῖα, πού εἶναι ἔξω από τήν Ὁρθόδοξη παράδοση. «Τάς Εἰκόνας χρῆ προ­σκυνεῖν καί καταφιλεῖν».
Στὶς Ἱερὲς Εἰκόνες δὲν προσκυνοῦμε τὴν ὕλη, ἀλλὰ τὸ εἰκονιζόμενο πρό­σωπο. Ἀπονέμουμε «τὴν κατὰ σχέσιν προσκύνησιν». Καὶ ἡ τιμὴ ποὺ ἀποδίδουμε στὶς Εἰκόνες «διαβαίνει ἐπὶ τὸ πρωτότυπον». Μὲ τὸν ἀσπασμὸ στὶς Ἱερὲς Εἰκόνες ἀρχίζει ἡ λατρεία μας στὸ Θεό. Οἱ Ἅγιοι εἶναι οἱ Εἰκόνες τοῦ Θεοῦ. Προσκυνώντας τούς Ἁγίους, προσκυ­νοῦμε τὸ Θεὸ ποὺ τοὺς ἁγίασε. Προσκυνοῦμε τὶς Εἰκόνες γιατί ἀγαποῦμε, θαυμάζουμε, κοινω­νοῦμε μὲ τοὺς Ἁγίους, ποὺ εἶναι οἱ πρεσβευτές μας στὸ Θεό. Προσκυνοῦμε τὶς Εἰκόνες γιὰ νὰ μιμούμαστε τοὺς Ἁγίους.
Ὑπάρχουν πολλοὶ ψευδοχριστιανοί, αἱρετικοί, οἱ ὁποῖοι μισοῦν τὶς ἱερὲς Εἰκόνες, ἀσεβοῦν σ’ αὐτές. Μάλιστα στὶς ἡμέρες μας γίνεται προσπάθεια νὰ φύγουν οἱ ἱερὲς Εἰκόνες καὶ τὰ σύμβολα ἀπὸ τὶς δημόσιες ὑπηρεσίες, ἀπὸ τὰ σχολεῖα, τὰ δικαστήρια γιὰ νὰ μὴν προκαλοῦν, τάχατες, τοὺς ἀλλόθρησκους καὶ τοὺς ἄθεους.
Ἀγαπητοί μου,
Δὲν ὑπάρχουν οὐσιώδη καὶ ἐπουσιώδη στὴν πίστη μας. Ἂν ἀρχίσουμε νὰ ἀμε­λοῦμε, νὰ ὑποτιμοῦμε, νὰ παραγνωρίζουμε πτυχὲς τῆς Ὀρθοδόξου ζωῆς καὶ λατρείας, θὰ καταπατήσουμε ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο, θά ὁδηγηθοῦμε στήν πλάνη. Ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ περιστρέφεται γύρω ἀπὸ δύο ἄξονες. Ἀπὸ τὴν μετοχή μας στὰ Ἱερὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαιτέρως τῆς Θείας Κοινωνίας καὶ τὴν τήρηση τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν. Τὰ Ἱερὰ Μυστήρια συνιστοῦν τὴν Ἐκκλησία.
Ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ χωρὶς συμμε­τοχὴ στὰ Ἱερὰ Μυστήρια εἶναι ἀκατανόητη. Ἡ τήρηση τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν μᾶς καθιστᾶ ἱκανοὺς νὰ δεχόμαστε τὴν χάρη τῶν Μυστηρίων. Αὐτὸς ὅμως ὁ τρόπος ζωῆς προϋποθέτει πίστη στὰ δόγματα τῆς Ἐκκλη­σίας, ποὺ σηματοδοτοῦν καὶ ὁριοθετοῦν τὴν ἐν Χριστῷ ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια. Ὀρθόδοξος εἶναι ὁ εὐσεβής. Αὐτὸς ποὺ μὲ ἄδολη καρδιὰ ἀποδέχεται ὅσα διδάσκει, φρονεῖ καί κηρύσσει ἡ Ἐκκλησία.
Ἡ ἀληθινή σχέση μέ τό Χριστό, γιά τήν Ὀρθοδοξία, περνᾶ μέσα ἀπό τό κατώφλι τῆς εὐχαριστιακῆς, ἐνοριακῆς ζωῆς. Ὅσοι μιλοῦν σήμερα γιά ἐκσυγχρονισμό τῆς Ἐκ­κλησίας, γιά λειτουργική ἀναγέννηση, ἔχουν σύγχυση, ἀγνοοῦν τό Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νά διακρίνει τή ζωή ἀπό τό θάνατο καί νά χαρίζει τήν πρόγευση τῆς τελικῆς μεταμορφώσεως τοῦ ἀνθρώπου.
Γιά τήν Ὀρθο­δοξία δέν ὐπάρχει σχέση μέ τό Χριστό ἐκτός Ἐκκλησίας. Ὁ Χριστός εἶναι προσωπικός Θεός, προσκυνεῖται καί δοξάζεται σέ ἀναφορά πρός τήν Ἐκ­κλησία. Συναντῶντας τό Χριστό, συναντᾶς τήν Ἐκκλησία, τούς ἀπ’ αἰῶνος Ἁγίους Του, ὅλους τούς λόγους ὐπάρξεως τῶν ὄντων, ὅπως θά εἶναι στά ἔσχατα. Ἡ σχέση μέ τό Χριστό εἶναι λατρευτική. Ὁ ἀσύνακτος στήν Ἐκκλησία, παραμένει ἀκοινώνητος στά ἄχραντα Μυστήρια.
Ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ ἔχουμε χρέος νὰ ὁμολογοῦμε τὴν πίστη μας. Ἡ ἁμαρ­τία σήμερα δὲν ἔχει ντροπή, ἀποθρασύνθηκε, προβάλλεται, ἔγινε μόδα. Νὰ γιατί ὁ Θεὸς ἔρχεται μὲ πολλὰ ξυπνητήρια στοὺς καιρούς μας, νὰ μᾶς ξυπνήσει ἀπὸ τὸ λήθαργο τῆς ἀδιαφορίας. Στὴ Βυζαντινὴ ἐποχὴ μία Εἰκόνα ἔβγαζαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἀντι­δροῦσε ὁ κόσμος. Εἶναι μεγάλη ἀχαριστία στὸ Θεὸ τὸ χλιαρὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως πού μᾶς διακρίνει.
Σὲ θέματα πίστεως, ἀγαπητοί μου, ἄγνοια δὲν δικαιολογεῖται. Ξέρετε πόσοι ξένοι ποὺ ἔρχονται στὸν τόπο μας εἶναι πολὺ καταρτισμένοι σὲ θέματα πίστεως καὶ ἀγαποῦν τὴν Ὀρθοδοξία; Πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς κατηχοῦνται καὶ βαπτίζονται, γιατί ἡ θρησκεία τους δὲν τοὺς ἀναπαύει. Αὐτὸς ποὺ ἔχει ἀγωνία γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς του, θὰ ἀνα­ζητήσει καὶ θὰ βρεῖ ἀπαντήσεις, θὰ γνωρίσει τὸ Χριστὸ καὶ θὰ ἀγαπήσει τὴν Ἐκκλη­σία. Ἀκόμη κι ἂν δὲν βρεθεῖ ἄνθρωπος νὰ τοῦ μιλήσει κι ἔχει καλὴ διάθεση, ἀπὸ κά­ποιο γεγονὸς ποὺ θὰ συμβεῖ στὴ ζωή του, θὰ τὸν οἰκονομήσει ὁ Θεός.
Ὁ Θεὸς ἐργάζεται γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μας ὅταν βλέπει τὴν καλή μας διάθεση. Ἂν ἔχουμε ὑπερηφάνεια θὰ πλανηθοῦμε, θὰ ναυαγήσουμε περὶ τὴν πίστιν καὶ τελικὰ θὰ πληγωθοῦμε πολύ.
Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀγωνιζόμαστε γιὰ τὸν ἁγιασμὸ τῆς ψυχῆς μας. Δὲν βοηθοῦν στὴν πνευματική μας ζωὴ ἀνίερα θεάματα καί ἀκούσματα. Νὰ τοπο­θετοῦμε στὴ μνήμη μας ἅγιες Εἰκόνες, ἀντὶ τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ τῶν αἰσχρῶν εἰκόνων, γιὰ νὰ ἀποκτήσουμε καλοὺς λογισμούς. Ἂν θέλουμε ἀληθινὰ νὰ ξεκουρα­στοῦμε καὶ καλύτερα νὰ κοιμη­θοῦμε τὸ βράδυ νὰ ἔχουμε δίπλα μας, νά μελετοῦμε πατε­ρικὰ κείμενα, συναξάρια Ἁγί­ων, Γεροντικά, τήν Φιλοκαλία.
Κρατῶντας σήμερα τίς Ἱερές Εἰκόνες στά χέρια μας, αὐτή τήν πίστη τῶν Ἀπο­στόλων, τῶν Πατέρων, τῶν Ὀρθοδόξων, τήν πίστη πού ἐστήριξε τήν Οἰκουμένη ὁμολογοῦμε καί κηρύσσουμε.  Προσευχόμαστε νά εἶναι αἰωνία ἡ μνήμη τῶν προμάχων τῆς Ὀρθοδοξίας, τῶν εὐσεβῶν Βασιλέων, τῶν ἁγιωτάτων Πατριαρχῶν, Ἀρχιερέων, Διδασκάλων, Μαρτύρων καί Ὁμολογητῶν. Ἄς εὐχηθοῦμε αὐτήν τήν πίστη, χάριτι Θεοῦ, νά κρατήσουμε μέχρι τέλους τῆς ζωῆς μας, δοξολογοῦντες τό Πανάγιο Ὄνομά Του, ὅτι ὄντως «τίς Θεός μέγας ὡς ὁ Θεός ἡμῶν. Σύ εἶ ὁ Θεός ὁ ποιῶν θαυμάσια μόνος».
Ὁ Μητροπολίτης

Ὁ Πέτρας & Χερρονήσου ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ

13 Μαρ 2011

Περί τῆς νηστείας


Ἐπειδή πολύ συχνά ἀκοῦμε ἀπό συγγενεῖς καί φίλους πώς σημασία δέν ἔχει τόσο ἡ νηστεία ,ὅσο τά καλά ἔργα καί ἡ πίστη , γράφει ὁ Ἅγιος Βασίλειος μία ὡραία παρομοίωση γιά νά δείξει τό κέρδος πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος ἀπό τή νηστεία .
Ὅπως δηλαδή εἶναι εὐκολότερο νά ἐπιπλεύσει σέ τρικυμία ἐλαφρότερο πλοῖο ἀπ 'ὅτι ἕνα βαρυφορτωμένο μέ ἐμπορεύματα καί πλῆθος ἀνθρώπων , ἔτσι καί τά σώματά μας ὅταν παραφορτώνονται μέ τροφές ,εὔκολα ὑποκύπτουν σέ ἀσθένειες. Θά πεῖ ἴσως κάποιος πώς ἄν ἔχουμε πίστη τί χρειάζεται ἡ νηστεία; Ἀπαντᾶ ὁ Ἄγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγοντας πώς ἡ νηστεία χαρίζει μεγάληυ εὐσέβεια καί φιλοσοφημένη σκέψη καί μεταβάλλει τόν ἄνθρωπο σέ ἄγγελο , ὥστε νά μπορεῖ νά ἀγωνίζεται ἐναντίον τῶν πονηρῶν ἀσωμάτων δυνάμεων. Αὐτός πού νηστεύει εἶναι ἀνάλαφρος κι'ἔχει φτερά , προσεύχεται μέ ἄγρυπνο πνεῦμα , σβήνει τίς πονηρές ἐπιθυμίες , ἐξευμενίζει τόν Θεό καί ταπεινώνει τήν ψυχή πού ὑπερηφανεύεται.
Ἡ νηστεία νομοθετήθηκε στόν Παράδεισο. Εἶναι ἡ πρώτη ἐντολή πού ἔλαβε ὁ Ἀδάμ· "ἀπό τό δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ δέν θά φάγετε".
Ὁ Λάζαρος μέ τή νηστεία μπῆκε στόν Παράδεισο.
Ὁ Μωυσῆς μέ τή νηστεία πλησίασε τό Ὅρος Σινᾶ καί δέχθηκε τό νόμο πού γράφθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό στίς πλάκες.
Ὁ Ἠλίας μέ τή νηστεία σταμάτησε γιά τρισήμισυ χρόνια τόν οὐρανό νά βρέχει ἐξαιτίας τοῦ παρανόμου λαοῦ.
Οἱ τρεῖς Παῖδες στήν κάμινο τῆς Βαβυλῶνος μέ τή νηστεία ἀπεδείχθησαν πιό δυνατοί καί ἀπό τό χρυσάφι.
Ὁ Δανιήλ μέ τή νηστεία δίδαξε καί τά λιοντάρια νά νηστεύουν, ἀλλά καί διέκρινε μέ καθαρή ψυχή τά ὁράματα τοῦ Ναβουχοδονόσωρος.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μέ τή νηστεία ἀνέβηκε ὡς τόν τρίτο οὐρανό.
Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μέ τή νηστεία ἀφοῦ ὀχύρωσε τήν σάρκα δέχθηκε τίς προσβολές τοῦ διαβόλου· κι'αὐτό τό ἔκανε ὄχι γιατί εἶχε τήν ἀνάγκη τῆς νηστείας ἀφοῦ ἦταν καί τέλειος Θεός, ἀλλά γιά νά διδάξει ἐμᾶς νά προετοιμαζόμαστε μέ τή νηστεία νά ἀντιμετωπίζουμε τούς πειρασμούς.

(Ἀπόσπασμα ἀπό τήν Α` ὁμιλία περί νηστείας τοῦ Ἀγίου Βασιλείου, ΕΠΕ, τ. 6) 

Ψηφιοποίηση Βιβλίου


Έχει γίνει ψηφιοποίηση στο Τρίτο Μέρος από το βιβλίο του Πρωτ. Γεωργίου Ατσαλάκη, που έχει τίτλο "Το Φως του Κόσμου" (Εικ. 1).

Εικόνα 1
Μπορείτε να το διαβάσετε από το μενού: 
Είναι απαραίτητο να έχετε εγκατεστημένο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή σας κάποια μορφή pdf.

12 Μαρ 2011

Το Μυστήριο της Αγάπης


Του Πρωτ. Γεωργίου Ατσαλάκη

Όσο δύσκολο είναι να δώσομε ένα ορισμό στη ζωή,  τόσο δύσκολο είναι να  δώσομε  ορισμό στην αγάπη. Γιατί  αυτός που μιλεί για την αγάπη, είναι σαν να   μιλεί για το ίδιο το Θεό.
         
Για την Εκκλησία, ο Θεός από αγάπη δημιουργεί τον κόσμο, από αγάπη πλάσσει κατά την εικόνα Του τον άνθρωπο, από αγάπη γίνεται άνθρωπος, από αγάπη σταυρώνεται, από αγάπη ιδρύει την Εκκλησία Του.
         
Αυτή η σχέση του Θεού με τον κόσμο είναι ένα Μυστήριο, που αποκαλύπτεται στον άνθρωπο, ως μυστήριο ζωής και του χαρίζει   μαζί με το λογικό και την ελευθερία, την πιο μεγάλη δύναμη,  που λέγεται «αγαπητική» δύναμη. Αυτή είναι η φυσική ορμή για ζωή, για πρόοδο και πολιτισμό. Αυτή είναι η θεϊκή δύναμη μέσα στον άνθρωπο, που τον βγάζει από τον ενστικτώδη και βιολογικό κύκλο και τον τοποθετεί στο χώρο των αγίων. Στη διαστροφή της αυτή η δύναμη, γίνεται κακό και αμαρτία.
         
Μ’ αυτή την έννοια, η αγάπη  είναι  το μεγαλύτερο - μετά το Θεό και τον άνθρωπο - μυστήριο. Αυτό  σημαίνει ότι  είναι το Α και το Ω στη ζωή του ανθρώπου,  το βαθύτερο περιεχόμενο της εικόνας του Θεού που βρίσκεται στην ψυχή του. Και αν για να υπάρξει και να σωθεί αυτός ο πλανήτης, απαιτείται σεβασμός σε όλες της αξίες της ζωής,   ο μεγαλύτερος σεβασμός  απαιτείται στην  αγάπη. Δεν είναι υπερβολή να πούμε, ότι ο άνθρωπος έχει το μοναδικό  προνόμιο μέσα στον κόσμο να αγαπά κι όταν αυτή η αγάπη χαθεί, θα χαθεί ο κόσμος.
                
Σε κάποια ώρα στη ζωή της Εκκλησίας,  χαρακτηρίστηκε ως  Μυστήριο αγάπης,  ο Γάμος. Και είναι μυστήριο αγάπης. Δεν είναι όμως μόνο ο Γάμος. Μεγαλύτερο μυστήριο αγάπης είναι η Παρθενία, ο Μοναχισμός. Μπορούμε να αγνοήσομε ότι έζησε στον υπέρτατο βαθμό το μυστήριο της αγάπης ο Μέγας Βασίλειος, με φοβερή αγάπη στον άνθρωπο και ιδιαίτερα στα παιδιά; Μπορούμε να μη σταθούμε  με δέος, στον ωκεανό της αγάπης, που λέγεται Ιερός  Χρυσόστομος, και που  η αγάπη  πυρπολούσε την καρδιά του από την  αρχή μέχρι  το τέλος  των κηρυγμάτων του;
         
Μεγάλο μυστήριο αγάπης είναι η ιεροσύνη, όπως μεγάλο μυστήριο αγάπης είναι και η μετάνοια. Συγκλονιστικό μυστήριο αγάπης είναι η μητρότητα. Αν δεν συγκινείσαι στη μορφή μιας μάνας που κρατεί στην αγκαλιά το παιδί της, δεν μπορείς ποτέ να καταλάβεις, τι είναι αυτό το εξαιρετικό χάρισμα που χάρισε στον άνθρωπο ο Θεός.
         
Μυστήριο αγάπης είναι ένας πονεμένος άνθρωπος, ένας ταπεινωμένος άνθρωπος, ένας απελπισμένος άνθρωπος, ένας αδικημένος άνθρωπος, ένας φτωχός άνθρωπος, ένας βιοπαλαιστής άνθρωπος,  ένα ορφανό παιδί, ένα πληγωμένο παιδί,  μια μάνα που κλαίει για το παιδί της, ένας πατέρας που αγωνιά για τα παιδιά του. Όταν  βλέπω νοσοκομεία, γηροκομεία και άσυλα ανιάτων, λέω στο Θεό, ότι σε τέτοιους χώρους,  έπρεπε να διακονούν  άγγελοι. Όσοι άνθρωποι υπηρετούν σ’ αυτούς τους χώρους και βιώνουν το μυστήριο της αγάπης, νομίζω ότι  κάνουν το έργο των αγγέλων.  
         
Όμως  μυστήριο αγάπης δεν είναι μόνο ο πόνος, είναι και η χαρά. Μυστήριο αγάπης είναι ένας γάμος, μια βάπτιση, ένα σχολείο, μια οικογένεια, δυο γέροι γονείς.  Μυστήριο αγάπης είναι τα δακρυσμένα μάτια, αλλά και τα γελαστά πρόσωπα.   Μεγάλο μυστήριο αγάπης, είναι η χαρά των ανθρώπων.
         
Μυστήριο αγάπης είναι ένα αστέρι, ένα τριαντάφυλλο, ένας κρίνο του αγρού.

Μυστήριο αγάπης είναι ένα αυτοκίνητο, ένα πλοίο, ένα αεροπλάνο.

Μυστήριο αγάπης είναι η επιστήμη κι ο πολιτισμός.
           
          
Καθημερινά μας στέλνει ο Θεός αμέτρητες περιπτώσεις του μυστηρίου της αγάπης, για να αισθανθούμε Άνθρωποι. Για να χαρούμε ή να πονέσομε. Για να καταλάβομε ότι, μόνο αν δούμε τη ζωή, ως μυστήριο  αγάπης,  μπορούμε να χαρούμε γιατί γεννηθήκαμε άνθρωποι, με καρδιά και συνείδηση  και ότι είναι  πραγματικά  «κόλαση» - κατά τον Ντοστογέφσκυ – «να μην μπορείς να αγαπάς».    

10 Μαρ 2011

Πρόγραμμα Ακολουθιών Αγίας & Μεγάλης Τεσσαρακοστής


ΚΥΡΙΑΚΗ
Πρωί: Ώρα 7.00 π.μ. Όρθρος & Θεία Λειτουργία στους Ιερούς Ναούς Αγίου Γεωργίου & Κοιμήσεως Θεοτόκου.
Εσπέρας: Ώρα 5.00 μ.μ. Κατανυκτικός Εσπερινός στον Ιερό Ναό της Αγίας Ειρήνης.

ΔΕΥΤΕΡΑ
Εσπέρας: Ώρα 5.00 μ.μ. Μέγα Απόδειπνο στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου και Ιερά Παράκληση στην Παναγία την Πορταΐτισσα .

ΤΡΙΤΗ
Εσπέρας: Ώρα 5.00 μ.μ. Μέγα Απόδειπνο στον Ιερό Ναό της Αγίας Ειρήνης.

ΤΕΤΑΡΤΗ
Εσπέρας: Ώρα 6.00 μ.μ. Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία, στους Ιερούς Ναούς της Αγίας Ειρήνης & Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

ΠΕΜΠΤΗ
Εσπέρας: Ώρα 5.00 μ.μ. Μέγα Απόδειπνο στον Ιερό Ναό της Αγίας Ειρήνης.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
Πρωί: Ώρα 7.00 π.μ. Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία, στον Ιερό Ναό της Αγίας Ειρήνης.
Εσπέρας: Ώρα 7.00 μ.μ. Χαιρετισμοί της Θεοτόκου στους Ιερούς Ναούς Αγίου Γεωργίου & Κοιμήσεως Θεοτόκου.

ΣΑΒΒΑΤΟΝ
Πρωί: Ώρα 7.00 π.μ. Όρθρος & Θεία Λειτουργία στον Ιερό Ναό της Αγίας Ειρήνης.
Εσπέρας: Ώρα 5.00 μ.μ. Εσπερινός στους Ιερούς Ναούς Αγίου Γεωργίου & Κοιμήσεως Θεοτόκου.


Απογευματινή Ομιλία: Κάθε Δευτέρα βράδυ μετά το Απόδειπνο, στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

Μετά την αλλαγή της ώρας ο Εσπερινός και τα Απόδειπνα θα αρχίζουν στις 6.00 μ.μ.

9 Μαρ 2011

Τυπικό Κυριακής της Ορθοδοξίας

Επισκεφθείτε το μενού Τυπικό των Εορτών για να εκτυπώσετε την Ακολουθία της Κυριακής της Ορθοδοξίας με πλήρη τυπική διάταξη του Εσπερινού και του Όρθρου.
(πιέστε εδώ)

7 Μαρ 2011

"Η Προηγιασμένη Θ. Λειτουργία"


Από το βιβλίο του Ι.Μ. Φουντούλη,
ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ


Μποροῦμε νά ὀνομάσουμε χωρίς ὑπερβολή τή λειτουργία αὐτή, μαζί μέ τά λειτουργικά χειρόγραφα, «Λειτουργία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς», γιατί πραγματικά ἀποτελεῖ τήν πιό χαρακτηριστική ἀκολουθία τῆς ἱερᾶς αὐτῆς περιόδου. Εἶναι δυστυχῶς ἀλήθεια ὅτι πολλοί ἀπό τούς χριστιανούς ἀγνοοῦν τελείως τήν ὕπαρξί της, ἤ τήν ξεύρουν μόνο ἀπό τό ὄνομα, ἤ καί ἐλάχιστες φορές τήν ἔχουν παρακολουθήσει. Δέν πρόκειται νά τούς μεμφθοῦμε γι᾿ αὐτό. Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων τελεῖται σήμερα στούς ναούς μας τό πρωί τῶν καθημερινῶν τῆς Τεσσαρακοστῆς, ἡμερῶν δηλαδή ἐργασίμων, καί γι᾿ αὐτό λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι πού δέν δεσμεύονται κατά τίς ὧρες αὐτές ἀπό τά ἐπαγγέλματα ἤ τήν ὑπηρεσία των. Τά τελευταῖα χρόνια γίνεται μιά πολύ ἐπαινετή προσπάθεια ἀξιοποιήσεώς της. Σέ πολλούς ναούς τελεῖται κάθε Τετάρτη ἀπόγευμα, σέ ὧρες πού πολλοί, ἄν ὄχι ὅλοι οἱ πιστοί, ἔχουν τή δυνατότητα νά παρευρεθοῦν στήν τέλεσί της.

Τό ὄνομά της ἡ Λειτουργία αὐτή τό πῆρε ἀπό τήν ἴδια τή φύση της. Εἶναι στήν κυριολεξία λειτουργία «προηγιασμένων δώρων». Δέν εἶναι δηλαδή λειτουργία ὅπως οἱ ἄλλες γνωστές λειτουργίες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, στίς ὁποῖες ἔχομε προσφορά καί καθαγιασμό τιμίων δώρων. Τά δῶρα εἶναι καθαγιασμένα, προηγιασμένα, ἀπό ἄλλη λειτουργία, πού ἐτελέσθη σέ ἄλλη ἡμέρα. Τά προηγιασμένα δῶρα προτίθενται κατά τήν λειτουργία τῶν Προηγιασμένων γιά νά κοινωνήσουν ἀπ᾿ αὐτά καί νά ἁγιασθοῦν οἱ πιστοί. Μέ ἄλλα λόγια ἡ λειτουργία τῶν προηγιασμένων εἶναι μετάληψις, κοινωνία.

Γιά νά κατανοήσουμε τήν γενεσιουργό αἰτία τῆς λειτουργίας τῶν Προη- γιασμένων πρέπει νά ἀνατρέξωμε στήν ἱστορία της. Οἱ ρίζες της βρίσκονται στήν ἀρχαιοτάτη πράξη τῆς 'Εκκλησίας μας. Σήμερα ἔχομε τή συνήθεια νά κοινωνοῦμε κατά ἀραιά χρονικά διαστήματα. Στούς πρώτους ὅμως αἰῶνες τῆς ζωῆς τῆς 'Εκκλησίας οἱ πιστοί κοινωνοῦσαν σέ κάθε λειτουργία, καί μόνον ἐκεῖνοι πού εἶχαν ὑποπέσει σέ διάφορα σοβαρά ἁμαρτήματα ἀπεκλείοντο γιά ἕνα ὡρισμένο χρονικό διάστημα ἀπό τήν μετάληψη τῶν ἁγίων Μυστηρίων. Κοινωνοῦσαν δηλαδή οἱ πιστοί ἀπαραιτήτως κάθε Κυριακή καί κάθε Σάββατο καί ἐνδιαμέσως τῆς ἑβδομάδος ὅσες φορές ἐτελεῖτο ἡ θεία λειτουργία, τακτικῶς ἤ ἐκτάκτως στίς ἑορτές πού ἐτύχαινε νά συμπέσουν ἐντός τῆς ἑβδομάδος. Ὁ Μέγας Βασίλειος μαρτυρεῖ ὅτι οἱ χριστιανοί τῆς ἐποχῆς του κοινωνοῦσαν τακτικῶς τέσσερες φορές τήν ἑβδομάδα, δηλαδή τήν Τετάρτη, Παρασκευή, Σάββατο καί Κυριακή (ἐπιστολή 93). Ἄν πάλι δέν ἦτο δυνατόν νά τελεσθῇ ἐνδιαμέσως τῆς ἑβδομάδος ἡ θεία λειτουργία, τότε οἰ πιστοί κρατοῦσαν μερίδες ἀπό τήν θεία κοινωνία τῆς Κυριακῆς καί κοινωνοῦσαν μόνοι των ἐνδιαμέσως τῆς ἑβδομάδος. Τό ἔθιμο αὐτό τό ἐπιδοκιμάζει καί ὁ Μέγας Βασίλειος. Στά Μοναστήρια καί ἰδιαίτερα στά ἐρημικά μέρη, ὅπου οἱ μοναχοί δέν εἶχαν τήν δυνατότητα νά παρευρεθοῦν σέ ἄλλες λειτουργίες ἐκτός τῆς Κυριακῆς, ἔκαμαν ὅ,τι καί οἱ κοσμικοί. Κρατοῦσαν δηλαδή ἁγιασμένες μερίδες ἀπό τήν Κυριακή ἤ τό Σάββατο καί κοινωνοῦσαν κατ᾿ ἰδίαν. Οἱ μοναχοί ὅμως ἀποτελοῦσαν μικρές ἤ μεγάλες ὁμάδες καί ὅλοι ἔπρεπε νά προσέλθουν καί νά κοινωνήσουν κατά τίς ἰδιωτικές αὐτές κοινωνίες. Ἔτσι ἀρχίζει νά διαμορφώνεται μία μικρά ἀκολουθία. Ὅλοι μαζί προσηύχοντο πρό τῆς κοινωνίας καί ὅλοι μαζί εὐχαριστοῦσαν τόν Θεό, πού τούς ἀξίωσε νά κοινωνήσουν. Ἄν ὑπῆρχε καί ἱερεύς, αὐτός τούς προσέφερε τήν θεία κοινωνία. Αὐτό ἐγίνετο μετά τήν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ ἤ τῆς Θ' ὥρας (3 μ.μ.), γιατί οἱ μοναχοί ἔτρωγαν συνήθως μιά φορά τήν ἡμέρα, μετά τόν ἑσπερινό. Σιγά -σιγά θέλησαν νά ἐντάξουν τήν κοινωνία τους αὐτή στά πλαίσια μιᾶς ἀκολουθίας, πού νά ὑπενθυμίζει τήν θεία λειτουργία. Κατά τόν τρόπο αὐτόν διεμορφώθη ἡ ἀκολουθία τῶν Τυπικῶν (δηλαδή κατά τόν τύπον τῆς θείας λειτουργίας), πρός τό τέλος τῆς ὁποίας κοινωνοῦσαν. Αὐτή εἶναι ἡ μητρική μορφή τῆς Προηγιασμένης.

Ἄς ἔλθωμε τώρα στήν Τεσσαρακοστή. Ἡ θεία λειτουργία κατά τήν περίοδο αὐτή ἐτελεῖτο μόνον κατά τά Σάββατα καί τίς Κυριακές. Παλαιό ἔθιμο ἐπικυρωμένο ἀπό ἐκκλησιαστικούς κανόνες ἀπηγόρευε τήν τέλεσι τῆς θείας λειτουργίας κατά τίς ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος, γιατί αὐτές ἦσαν ἡμέρες νηστείας καί πένθους. Ἡ τέλεσις τῆς θείας λειτουργίας ἦταν κάτι τό ἀσυμβίβαστο πρός τόν χαρακτῆρα τῶν ἡμερῶν αὐτῶν. Ἡ λειτουργία εἶναι πασχάλιο μυστήριο, πού ἔχει ἔντονο τόν πανηγυρικό, τόν χαρμόσυνο, τόν ἐπινίκο χαρακτῆρα. Αὐτό ὅμως γεννοῦσε ἕνα πρόβλημα. Οἱ χριστιανοί ἔπρεπε νά κοινωνήσουν δύο φορές τοὐλάχιστον ἀκόμη κατά τήν ἑβδομάδα, τό ὀλιγώτερο δηλαδή κατά τίς ἐνδιάμεσες ἡμέρες, τήν Τετάρτη καί τήν Παρασκευή, πού μνημονεύει καί ὁ Μέγας Βασίλειος. Ἡ λύσις ἤδη ὑπῆρχε: Οἱ πιστοί θά κοινωνοῦσαν ἀπό προηγιασμένα ἅγια. Οἱ ἡμέρες αὐτές ἦσαν ἡμέρες νηστείας. Νηστεία τήν ἐποχή ἐκείνη ἐσήμαινε πλήρη ἀποχή τροφῆς μέχρι τήν δύσι τοῦ ἡλίου. Ἡ κοινωνία λοιπόν θά ἔπρεπε νά κατακλείσῃ τήν νηστεία, νά γίνῃ δηλαδή μετά τήν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ.

Στό σημεῖο αὐτό συνδέεται ἡ ἱστορία μέ τήν σημερινή πρᾶξι. Ἡ λειτουργία τῶν Προηγιασμένων εἶναι σήμερα ἀκολουθία ἑσπερινοῦ, στήν ὁποία προστίθεται ἡ παράθεσις τῶν δώρων, οἱ προπαρασκευαστικές εὐχές, ἡ θεία κοινωνία καί ἡ εὐχαριστία ὕστερα ἀπό αὐτήν. Ἡ διαμόρφωσίς της μέσα στό ὅλο πλαίσιο τῆς Τεσσαρακοστῆς τῆς ἔδωσε ἕνα ἔντονο «πενθηρό»,, κατά τόν Θεόδωρο Στουδίτη, χαρακτῆρα (Ἑρμηνεία τῆς θείας λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων). Μέ τόν ἑσπερινό συμπλέκονται τροπάρια κατανυκτικά, οἱ ἱερεῖς φέρουν πένθιμα ἄμφια, ἡ ἁγία τράπεζα καί τά τίμια δῶρα εἶναι σκεπασμένα μέ μαῦρα καλύμματα, οἱ εὐχές εἶναι γεμᾶτες ταπείνωσι καί συντριβή. «Μυστικώτερα εἰς πᾶν ἡ τελετή γίνεται», κατά τόν ἴδιο Πατέρα.

Καιρός νά ρίξουμε μιά ματιά σ᾿ αὐτήν τήν ἴδια τήν λειτουργία τῶν Προηγιασμένων, στή μορφή πού ὕστερα ἀπό μακρά ἐξέλιξη ἀποκρυσταλώθηκε καί κατά τήν ὁποία τελεῖται σήμερα στούς ναούς μας. Ἤδη ἐπισημάναμε τά δύο λειτουργικά στοιχεῖα πού τήν συνθέτουν: τήν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ καί τήν Θεία Κοινωνία. Τό πρῶτο μέρος της ἀποτελεῖ ὁ συνήθης ἑσπερινός τῆς Τεσσαρακοστῆς μέ μικρές μόνο τροποποιήσεις. Ὁ ἱερεύς κατά τήν ψαλμωδία τῆς Θ' ὥρας ἐνδύεται τήν ἱερατική του στολή καί θυμιᾷ. Ἡ ἔναρξις γίνεται μέ τό «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία...» κατά τόν τύπο τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἀναγινώσκεται ὁ προοιμιακός, ὁ 103ος δηλαδή ψαλμός, πού περιγράφει τό δημιουργικό ἔργο τοῦ Θεοῦ· «Eὐλόγει, ἡ ψυχή μου τόν Κύριον Κύριε ὁ Θεός μου ἐμεγαλύνθης σφόδρα...». Εἶναι τό προοίμιο τοῦ ἑσπερινοῦ, ἀλλά καί ὅλης τῆς ἀκολουθίας τοῦ νυχθημέρου, πού ἀρχίζει, ὡς γνωστό, κατά τόν ἑβραϊκό τρόπο, ἀπό τήν ἑσπέρα· πρῶτο μέρος τοῦ εἰκοσιτετραώρου θεωρεῖται ἡ νύκτα. Ὕστερα ὁ διάκονος, ἤ ἐν ἀπουσίᾳ του ὁ ἱερεύς, θέτει στό στόμα τῶν πιστῶν τά αἰτήματα τῆς προσευχῆς· «Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν»,, τά εἰρηνικά. Ἀκολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ΙΗ' καθίσματος τοῦ Ψαλτηρίου· «Πρός Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐκέκραξα καί εἰσήκουσέ μου...» (Ψαλμοί 119-133). Εἶναι τό τμῆμα τοῦ Ψαλτηρίου πού ἔχει καθορισθῇ νά ἀναγινώσκεται κατά τούς ἑσπερινούς τῆς Τεσσαρακοστῆς. Ὁ ἱερεύς ἐν τῷ μεταξύ ἑτοιμάζει στήν Πρόθεσι τά Προηγιασμένα ἀπό τήν λειτουργία τοῦ προηγουμένου Σαββάτου ἤ τῆς Κυριακῆς- Τίμια Δῶρα. Ἀποθέτει τόν Ἅγιο Ἄρτο στό Δισκάριο, κάμνει τήν ἕνωσι τοῦ οἴνου καί τοῦ ὕδατος στό Ἅγιο Ποτήριο καί τά καλύπτει. Ὁ ἑσπερινός συνεχίζεται μέ τήν ψαλμῳδία τῶν ψαλμῶν τοῦ λυχνικοῦ καί τῶν κατανυκτικῶν τροπαρίων τῶν ἑκάστοτε ἡμερῶν, πού περιλαμβάνονται στούς τελευταίους στίχους τῶν ψαλμῶν αὐτῶν καί γίνεται ἡ εἴσοδος. Διαβάζονται δύο ἀναγνώσματα ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, ἕνα ἀπό τήν Γένεσι καί ἕνα ἀπό τό βιβλίο τῶν Παροιμιῶν. Θά σταθοῦμε γιά λίγο στήν κατανυκτική ψαλμῳδία τοῦ «Κατευθυνθήτω», τοῦ δευτέρου στίχου τοῦ 140οῦ ψαλμοῦ. Ψάλλεται μετά ἀπό τά ἀναγνώσματα ἕξ φορές, ἀπό τόν ἱερέα καί τούς χορούς, ἐνῶ ὁ ἱερεύς θυμιᾷ τήν Ἁγία Τράπεζα.

«Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου·
ἔπαρσις τῶν χειρῶν μου θυσία ἑσπερινή»..

Κατόπιν γίνεται ἡ ἐκτενής δέησις ὑπέρ τῶν τάξεων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, τῶν Κατηχουμένων, τῶν ἑτοιμαζομένων διά τό ἅγιον Βάπτισμα, «τῶν πρός τό φώτισμα εὐτρεπιζομένων»,, καί τῶν πιστῶν. Καί μετά τήν ἀπόλυσι τῶν Κατηχουμένων ἔρχεται τό δεύτερο μέρος, ἡ κοινωνία τῶν μυστηρίων.
Τήν μεταφορά τῶν Προηγιασμένων Δώρων ἀπό τήν Πρόθεσι στό Θυσιαστήριο, πού γίνεται μέ ἄκρα κατάνυξι, ἐνῷ οἱ πιστοί προσπίπτουν «μέχρις ἐδάφους» συνοδεύει ἡ ψαλμῳδία τοῦ ἀρχαίου ὕμνου «Νῦν αἱ δυνάμεις»:

«Νῦν αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν
σύν ἡμῖν ἀοράτως λατρεύουσιν·
ἰδού γάρ εἰσπορεύεται ὁ βασιλεύς τῆς δόξης.
Ἰδού θυσία μυστική τετελειωμένη δορυφορεῖται.
Πίστει καί πόθῳ προσέλθωμεν,
ἵνα μέτοχοι ζωῆς αἰωνίου γενόμεθα.
Ἀλληλούϊα».

Ἡ προπαρασκευή γιά τήν Θεία Κοινωνία περιλαμβάνει κυρίως τήν Κυριακή προσευχή (Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς... τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον...», ἀκολουθεῖ ἡ Κοινωνία καί μετ᾿ αὐτήν ἡ εὐχαριστία. Καί ἡ Λειτουργία κλείνει μέ τήν κατανυκτική ὀπισθάμβωνο εὐχή. Εἶναι δέησις πού συνδέει τήν τέλεσι τῆς κατανυκτικῆς αὐτῆς Λειτουργίας πρός τήν περίοδο τῶν Νηστειῶν. Ὁ πνευματικός ἀγών τῆς Τεσσαρακοστῆς εἶναι σκληρός, ἀλλά καί ἡ νίκη κατἀ τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν εἶναι βεβαία γιά τούς ἀγωνιζομένους τόν καλόν ἀγῶνα. Ἡ Ἀνάστασις δέν εἶναι μακράν. Ἄς τήν διαβάσωμε προσεκτικά. Εἶναι ἀπό τά ὡραιότερα ἐκκλησιαστικά κείμενα:

«Δέσποτα παντοκράτορ, ὁ πᾶσαν τήν κτίσιν ἐν σοφίᾳ δημιουργήσας, ὁ διά τήν ἄφατόν σου πρόνοιαν καί πολλήν ἀγαθότητα ἀγαγών ἡμᾶς εἰς τά πανσέπτους ἡμέρας ταύτας, πρός καθαρισμόν ψυχῶν καί σωμάτων, πρός ἐγκράτειαν παθῶν, πρός ἐλπίδα ἀναστάσεως· ὁ διά τεσσαράκοντα ἡμερῶν πλάκας χειρίσας τά θεοχάρακτα γράμματα τῷ θεράποντί σου Μωσεῖ, παράσχου καί ἡμῖν, ἀγαθέ, τόν ἀγῶνα τόν καλόν ἀγωνίσασθαι, τόν δρόμον τῆς νηστείας ἐκτελέσαι, τήν πίστιν ἀδιαίρετον τηρῆσαι, τάς κεφαλάς τῶν ἀοράτων δρακόντων συνθλάσαι, νικητάς τε τῆς ἁμαρτίας ἀναφανῆναι καί ἀκατακρίτως φθάσαι προσκυνῆσαι καί τήν ἁγίαν ἀνάστασιν».

Ἡ Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων εἶναι μία ἀπό τίς ὡραιότερες καί κατανυκτικότερες ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀλλά συγχρόνως καί μία διαρκής πρόσκλησις γιά τήν συχνή κοινωνία τῶν θείων μυστηρίων. Μιά φωνή ἀπό τά βάθη τῶν αἰώνων, ἀπό τήν ἀρχαία ζωντανή παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας. Φωνή πού λέγει ὅτι ὁ πιστός δέν μπορεῖ νά ζῇ τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ ἄν δέν ἀνανεώνῃ διαρκῶς τήν ἕνωσί του μέ τήν πηγή τῆς ζωῆς, τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου. Διότι ὁ Χριστός εἶναι «ἡ ζωή ἡμῶν»(Κολοσ. 3, 4).

ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ

ΠΩΣ ΘΑ ΜΑΣ ΒΡΕΙΤΕ (Ι. Ν. ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΣΤΡ. ΚΟΡΑΚΑ 2)

ΧΑΡΤΗΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΩΝ ΑΠ' ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΩΡΑ ΣΕ ΚΑΘΕ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ

ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΚΑΙΡΟΥ

Επιστροφή στην Αρχική Σελίδα